Καφές σε πλαστικό vs καφές σε πορσελάνινο φλυτζάνι παλιό

Όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ είχα δηλώσει πώς θα ασχολούμαι κυρίως με 3 πράγματα με το τρίτο να είναι η τελετουργία του καφέ και των λοιπών ροφημάτων και φυσικά των συμπαρομαρτούντων αυτών!!

Και τώρα που λόγω των καταστάσεων τα ωραία ροφήματα του Κουμπιού δεν μπορώ να σάς τα προσφέρω, ίσως ήρθε η ώρα να μιλήσω γι’ αυτά. Αλλά πριν θέλω να δηλώσω κάτι: αν και “καφετζού” είμαι απερίφραστα κατά του καφέ στο χέρι. Όχι τόσο του καφέ πακέτο εν γένει, (ειδικά αν εφαρμόζεις την σώφρονα -από πολλές απόψεις- συνήθεια και φέρνεις το δικό σου κυπελάκι) που τον παίρνεις για να τον καταναλώσεις στο γραφείο σου ή έστω στο αυτοκίνητό σου πηγαίνοντας στη δουλειά ή μια άλλη πρωινή διαδρομή. Είμαι κατά του ροφήματος (ειδικά αν είναι ζεστό) που το πίνεις περπατώντας, βιαστικά μέσα σε ένα χάρτινο ή φελιζολένιο ποτήρι, ρουφώντας μέσα από μια τρυπούλα που ενίοτε δεν αρκεί για να αποφύγεις τα ατυχήματα.

Την σχεδόν “απόλυτη” αυτή μου θέση τη βασίζω σε τρεις λόγους:

Όταν εκατοντάδες ανά τον κόσμο βιομηχανικοί designers και ειδικοί του καφέ έχουν αφιερώσει ώρες ολόκληρες, ημέρες και εβδομάδες για να ανακαλύψουν τις άριστες αναλογίες πάχους, σχήματος, μεγέθους για να φτιάξουν το ιδανικό φλυτζάνι που θα διατηρήσει τη θερμοκρασία και τα αρώματα του καφέ σου, ε, δείξε λίγο σεβασμό! Όταν επίσης η τεχνολογία των μηχανών espresso εξελίσσεται συνεχώς για να εκχυλίσει το τέλειο αποτέλεσμα στο φλυτζάνι σου, αλλά και όταν η απλή παρασκευή ενός ελληνικού με την εμμονή στη λεπτομέρεια και την παράδοση ανάγεται σε επιστήμη, δεν είναι κρίμα το αποτέλεσμα τόσης αγάπης και φροντίδας να χύνεται αδέξια σε ένα χάρτινο ή ακόμα χειρότερα συνθετικό “δοχείο” που δεν είναι ικανό να φροντίσει το πολύτιμο υγρό που προορίζεται να αναζωογονήσει το σώμα και το μυαλό σου; Μπορεί να συγκριθεί η αίσθηση στο στόμα μιας ζεστής, λείας, ανθεκτικής πορσελάνης με ένα κομμάτι επεξεργασμένου χαρτιού ή φελιζόλ όπου τα αρώματα και η γεύση του καφέ μπερδεύονται με τις χημικές ουσίες με τις οποίες το έχουν επεξεργαστεί; για να μην πω για τις αμέτρητες φορές που από τη βιασύνη η όποια απόλαυση της πόσης χάνεται άδοξα από καψίματα της γλώσσας, από σπρωξίματα και σταξίματα ή ολέθρια αδειάσματα και λεκιάσματα!

Η τοποθέτηση των φλυτζανιών πάνω στην καφετιέρα εκτός του ότι είναι βολική προσθέτει και στην ποιότητα του ροφήματος καθώς τα διατηρεί ζεστά κι έτσι το ρόφημα δεν κρυώνει γρήγορα.

Γιατί όλα τα παραπάνω τραγελαφικά και αρκούντως εκνευριστικά θα αποφεύγονταν αν κατανοούσαμε πώς η κατανάλωση ενός ροφήματος είναι πολύ παραπάνω από απλή κατανάλωση. Είναι -όπως έχουν πει πολλοί και ειδικότεροι πριν από μένα- τελετουργία. Δεν ξέρω αν συμπαθείτε τους Βρετανούς (εγώ δηλώνω με παρρησία θαυμάστρια της βρετανικής κουλτούρας) αλλά όταν μια ολόκληρη αυτοκρατορία εδώ και αιώνες παραλύει κάθε μέρα στις 5 μετά μεσημβρίαν για να ανακατέψει με το κουταλάκι ένα σκούρο υγρό στις περίφημες αγγλικές πορσελάνες της, δεν ξέρω, μπορεί εκεί να βρίσκεται και το μυστικό της επικράτησής της!

Δεν αστειεύομαι! πέρα από την πραγματική επίδραση του καφέ ή του τσαγιού και των λοιπών ροφημάτων στον οργανισμό που ανάλογα με τις ιδιότητές τους είτε μας διεγείρουν σώμα και νου είτε μάς κατευνάζουν και μάς ηρεμούν, και ή ίδια η διαδικασία, αν γίνει σωστά κι όχι βιαστικά στο πόδι, έχει τη σημασία της. Σηματοδοτεί είτε το παραγωγικό ξεκίνημα της μέρας μας όπου με τη βοήθεια των συγκεκριμένων κινήσεων, όπου όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν, οργανώνουμε την καθημερινή μας δράση ή την αναγκαία παύση κατά τη διάρκεια της μέρας για να ανασυνταχθούμε, να ρίξουμε λίγο τους ρυθμούς και να γεμίσουμε ξανά μπαταρίες. Και δεν είναι μόνο με τη διοχέτευση του μαγικού υγρού στον οργανισμό μας και τις πολύτιμες ιδιότητές του που το καταφέρνουμε αυτό: Η αίσθηση ότι δίνουμε αυτό το χρόνο στον εαυτό μας, η διαλογιστική αξία των επαναλαμβανόμενών κινήσεων, ο ομορφιά του σερβίτσιου, οι ήχοι, τα αρώματα, το αγκάλιασμα της ζεστής κούπας, ο ευωδιαστός ατμός που ζεσταίνει το πρόσωπο καθώς πλησιάζουμε για την πρώτη γουλιά κι αυτή η αγαλλίαση, η απόλαυση της πρώτης γουλιάς… είναι συχνά οι στιγμές που συνειδητοποιείς ότι η ζωή είναι ωραία!

Τα τενεκεδένια κουτιά εκτός του ότι είναι πολύ όμορφα αισθητικά προστατεύουν το περιεχόμενο από τις αλλοιώσεις που μπορεί να προκαλέσει το φως.


Ο τρίτος λόγος που ο καφές στο χέρι και στο πόδι με βρίσκει αντίθετη είναι ότι τον βρίσκω αντικοινωνικό. Η παράδοση του καφέ, στην Ελλάδα τουλάχιστον, τον θέλει με παρέα, να είναι αφορμή για συνεύρεση, για κουβέντα, για μοίρασμα. Κι όλα αυτά δεν θέλουν βιασύνη, θέλουν καρέκλες και τραπέζι στη μέση να ακουμπήσουν πάνω όλα τα φλιτζανάκια κι οι κούπες, και το πιατάκι με τα κουλουράκια ή το κέηκ (απαραίτητο αξεσουάρ!!) . Προσπαθώντας να ταυτιστούμε με τους πολυάσχολους, επιτυχημένους Νεοϋορκέζους που τρέχουν όλη μέρα με ένα σακίδιο και ένα πλαστικό καφέ στους δρόμους του Μανχάταν κι ενίοτε συναντούν τον έρωτά της ζωής τους λούζοντάς τον -by accident- με τον καφέ αυτό, χαθήκαμε κάπου στη μετάφραση, νομίζω.


Κι αν τέλος μας νοιάζει λίγο τι βάζουμε μέσα μας, από εμπειρία θα πω πως, όταν αγοράζουμε βιαστικά έναν “οικονομικό” καφέ, βιαστικά και οικονομικά θα μας τον φτιάξουν επίσης.

Κακάο στην πορσελάνη της μαμάς σερβιρισμένο μετά τη μεσημεριανή σιέστα στον καναπέ. Το γλυκάκι απαραίτητο αν το κακάο το πίνετε πικρούτσικο!


Όλα αυτά προς σκέψιν για όταν με το καλό οι συνθήκες θα μας επιτρέψουν να ξαναβρεθούμε καθισμένοι στα όμορφα καφέ, να πιούμε παρέα το αγαπημένο μας ρόφημα. Μέχρι τότε να την κάνουμε την ιεροτελεστία στο σπίτι μας. Να βγάλουμε την πορσελάνη της μαμάς, την ιταλική βίντατζ μακινέτα ή την εσπρεσσιέρα κόσμημα που τόσο λαχταρούσαμε να αποκτήσουμε, το μπακιρένιο μπρίκι, την μαντεμένια τσαγιέρα, να φτιάξουμε κι ένα κέηκ, ν΄ ανάψουμε τα κεριά μας και να χαρίσουμε στον εαυτό μας μόνοι ή με παρέα το δώρο τού να νιώθουμε ευγνώμονες γι’ αυτά που έχουμε.

Και τέλος θα κλείσω με μια συνταγή: Μια συνταγή ενός από τα πιο ευπώλητα ροφήματά μας στο Κουμπί, το “κακάο Κουμπί”. Το κακάο είναι μια πολύ καλή εναλλακτική του καφέ, αν θέλετε να τον αποφύγετε για κάποιο λόγο, και μια λιγότερο επιβαρυντική θερμιδικά εναλλακτική της σοκολάτας. Είναι δε και ευεργετικό για τον οργανισμό με αντιοξειδωτικές και άλλες ιδιότητες. Το κακάο Κουμπί προέκυψε από τη διάθεση να κάνω αυτό το ρόφημα ακόμα πιο ξεχωριστό!

Υλικά

  • μια κούπα μικρή νερό (φλυτζάνι του διπλού ελληνικού, ας πούμε, όχι πολύ μεγάλη κούπα)
  • 2 κ. γλ. γεματούτσικα κακάο σε σκόνη
  • 1-2 κ. γλ. ζαχαρούχο γάλα ή εβαπορέ
  • ξύσμα πορτοκαλιού
  • κανέλα σε σκόνη

Εκτέλεση

Βάζουμε ένα μπρίκι με νερό στη φωτιά και περιμένουμε να γίνει λίγο χλιαρό για να διαλυθεί το κακάο πιο εύκολα όταν το ρίξουμε. Αφού το ρίξουμε, ανακατεύουμε καλά μέχρι να διαλυθούν τελείως οι σβώλοι που έχει την τάση να δημιουργεί το κακάο. Πασπαλίζουμε με λίγη κανέλα και ξύσμα πορτοκαλιού. Ψήνουμε και περιμένουμε μέχρι να αρχίσει να φουσκώνει οπότε και το αποσύρουμε άμεσα από τη φωτιά (όπως με τον ελληνικό-προσοχή όμως φουσκώνει πολύ πιο γρήγορα!) Ρίχνουμε το κακάο στο φλυτζάνι όπου ήδη έχουμε βάλει το ζαχαρούχο ή εάν θέλουμε να είναι τελείως άγλυκο, το εβαπορέ. Στην περίπτωση του ζαχαρούχου ανακατεύουμε καλά για να διαλυθεί και να ομογενοποιηθεί με το κακάο. Πασπαλίζουμε με ακόμα λίγη κανέλα και ξύσμα πορτοκαλιού και απολαμβάνουμε!

*Προτιμούμε συμπυκνωμένο γάλα για πιο γεμάτη γεύση. Το κακάο είναι αρκετά πικρό οπότε αν δεν το έχετε συνηθίσει τελείως σκέτο θα σάς πρότεινα το ζαχαρούχο έστω και σε μικρή ποσότητα (δεν θα καταστραφούμε με μια κουταλίτσα που και πού!).

Kάποιος να μας προσέχει

Άγγελοι φτιαγμένοι με αγάπη- εμπνευσμένοι από τους “πραγματικούς αγγέλους”

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο επίκαιρο αλλά και “απαραίτητο” αυτή τη στιγμή από τους Αγγέλους. Κι όταν λέω αγγέλους εννοώ κάτι ευρύτερο από τη θρησκευτική έννοια του όρου. Εννοώ αυτή την καθησυχαστική, θεραπευτική αίσθηση ότι υπάρχει κάποιος ή κάτι, έστω, αδιόρατο ή αδιευκρίνιστο που μας προσέχει, που μας φυλάει από το κακό, που είναι εκεί μόνο για εμάς, τις πιο σκοτεινές, τις πιο δύσκολες στιγμές εκεί που το θάρρος και η αισιοδοξία μάς εγκαταλείπει.

Σύμβολο φροντίδας αλλά και χριστουγεννιάτικο σύμβολο επίσης, ήταν λογικό εν μέσω αυτής της πρωτόγνωρης περιπέτειας που ζούμε μέχρι και τώρα- να στραφώ στην ιδέα των αγγέλων σαν θέμα δημιουργίας αυτή την περίοδο.

Από την προηγούμενη καραντίνα είχα καταπιαστεί να δουλεύω με ένα υπέροχο για μένα αντικείμενο: τις παλιές, ξύλινες σφραγίδες. Το σχήμα τους και το υλικό τους με οδήγησαν στο να τις μεταμορφώσω σε φιγούρες, λιτές, θεατρικές και λίγο “τσακισμένες”.

Αυτές τις μέρες που πάλι έχω το Κουμπί μόνο για τον εαυτό μου, επέστρεψα στις υπέροχες ξύλινες σφραγίδες και δουλεύοντάς τις άρχισαν να ξεπηδούν άγγελοι, όχι λαμπεροί με ταφτάδες, μετάξια και βελούδα ούτε με πολύ γκλίτερ και χρυσόσκονη. Ίσως επειδή αυτά τα Χριστούγεννα εκτός από τη χαρμόσυνη είδηση φέρνουν καθημερινά και ειδήσεις δύσκολες για τα αυτιά και την ψυχή μας. Κι ίσως επειδή φέτος είναι επιφορτισμένοι με δύσκολα καθήκοντα.

Η δημιουργία, όταν γίνεται με ηρεμία και χρόνο, όχι αγχωμένα και μηχανικά, είναι μια διαλογιστική εμπειρία. Κι επειδή, όπως έχω ξαναπεί μού αρέσει να δουλεύω με υλικά κι αντικείμενα παλιά και χρησιμοποιημένα ακόμα και χαρισμένα, πάντα δημιουργώντας σκέφτομαι πολύ γύρω από αυτά τα αντικείμενα, τις προηγούμενες ζωές τους, τους ανθρώπους στους οποίους ανήκαν.

Φτιάχνοντας λοιπόν τους αγγέλους μου συνειδητοποίησα πως τη δημιουργία τους την οφείλω σε πολλούς ανθρώπους που χωρίς να το ξέρουν συνέβαλαν σε αυτή τη διαδικασία. Στη Λιάνα που μου χάρισε -ανάμεσα σε πολλά άλλα μικροπράγματα που η οικογένειά της μάζευε ευλαβικά μέσα στα χρόνια- μια σακουλίτσα με παλιές σφραγίδες από την οικογενειακή επιχείρηση και πολλά τακτοποιημένα και οργανωμένα κατά χρώμα κουμπάκια. Στην Κριστίνα που λίγο καιρό πριν μου έδειξε το “μυστικό” του free quilting με το οποίο δούλεψα τα φτερά και το μπούστο, τη Σου , τη δασκάλα μου στο eco printing, τεχνική από την οποία προέκυψε το χαρτί που είναι φτιαγμένο το φόρεμα του ενός αγγέλου, την άλλη Χριστίνα από την οποία είδα το μυστικό της επένδυσης των φύλλων από σύρμα. Κι αν πάω πιο μακριά, την έμπνευση και τη δημιουργία αυτή (και όχι μόνο αυτή φυσικά) την οφείλω βέβαια σε όλους τους ανθρώπους που με δίδαξαν και που συνεργάστηκα μαζί τους ακόμα κι αυτούς τους αμέτρητους και άγνωστους που παρακολουθώ και θαυμάζω τη δουλειά τους στο ίντερνετ.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι λιγότερο ή περισσότερο είναι οι δικοί μου άγγελοι της δημιουργικότητάς. Κι όπου δημιουργικότητα βλέπε: ψυχική ανάταση και ηρεμία, ικανοποίηση και χαρά, ταξίδεμα κι άπλωμα της φαντασίας, συγκίνηση και μοίρασμα. Το αγνοούν ίσως, δεν το επεδίωξαν, αλλά αυτό δε μειώνει την αξία τους.

Η ζωή όσο δύσκολη κι αν είναι πάντα φέρνει στο δρόμο μας “αγγέλους” που με την διακριτική παρουσία τους, με την καθησυχαστική τους αύρα απαντούν στην ανάγκη που έχουμε όλοι συχνά στην καθημερινότητά μας:

Kάποιος να μάς προσέχει*.

*Ο τίτλος “Κάποιος να μας (με) προσέχει” είναι μετάφραση του τίτλου “Someone to watch over me”, τραγουδιού που γράφτηκε από τους George & Ira Gershwin. Υπάρχουν φυσικά πολλές εκτελέσεις, εδώ αφήνω μία του Frank Sinatra.

These challenging times, as a different Christmas time approaches, working alone at my workshop, I turned again to a favourite object: old wooden stamps. This time, the assemblage figures I did before took the form of angels. Not the glamorous type maby, as my angels are made from old materials, used and worn, often given to me by people I have met during these last years. As I was creating these figures and meditating around them an idea came to me, that these people and a lot more who have taught me and inspired me over the years are my angels, the ones that protect my creativity and keep it going. Because even if they do not know it they are always there and even if we do not always realise it we always long for…

someone to watch over us…

Μαμάδες και κόρες, μια ακόμα ιστορία μέσα από πορσελάνες, λινά και παλιές φωτογραφίες

Οι κανόνες της γραμματικής ορίζουν η λέξη “Απώλεια” να γράφεται με -ω-. Ένα φωνήεν μακρό στη μέση της λέξης αυτής όπως μακρά είναι η διαδρομή που πρέπει να διανύσεις όταν απολέσεις κάποιον.

Μετά τα αρχικό σοκ που σε σαστίζει, σε βάζει σε μια καινούρια, ανεπιθύμητη πραγματικότητα, εκεί που νιώθεις πως έχεις αρχίσει να συνηθίζεις στην καθημερινότητα μείον το ένα αυτό πρόσωπο που έχεις χάσει, εκεί η απώλεια σού δείχνει πως είναι μακρύς ο δρόμος. Γιατί κάποιοι άνθρωποι είτε προϋπάρχουν της δικής μας ύπαρξης είτε τους συναντούμε κάποια στιγμή στην ζωή μας, καταλήγουν να είναι συνυφασμένοι με το εγώ μας. Μας καθορίζουν με τρόπους που δεν συνειδητοποιούμε πάντα, κομμάτια δικά τους μπλέκουν με δικά μας στοιχεία κι αποκαλύπτονται αιφνιδιαστικά σε μας και τους γύρω μας σαν τις καθοριστικές πινελιές που βάζει ένας ζωγράφος σ΄έναν πίνακα και του δίνει επιτέλους την αίσθηση του ολοκληρωμένου έργου.

Για πολλά χρόνια πίστευα με σθένος ότι δεν ταίριαζα με τη μαμά μου στον χαρακτήρα. Το έλεγαν και τα ζώδια! Εκείνη, γεννημένη και μεγαλωμένη σ΄ένα αστικό περιβάλλον, παιδί κι έφηβη στην διάρκεια της Κατοχής και νεαρή γυναίκα στην μεταπολεμική Αθήνα. Η τέταρτη κόρη ενός Ανδριώτη, δωρικού, αυστηρού στην όψη αλλά τρυφερού στην καρδιά πατέρα και μιας “γλυκιάς” μητέρας που μαγείρευε και τραγουδούσε μεγαλώνοντας πέντε παιδιά στα Εξάρχεια, σε δύο δωμάτια και μια κουζινούλα σκαρφαλωμένα στο λόφο του Στρέφη.

Μεγαλωμένη με αρκετή ελευθερία κινήσεων λόγω ίσως και του αστικού αυτού περιβάλλοντος, δεν πιέστηκε να παντρευτεί νωρίς. Η επιβεβλημένη αξιοπρέπεια, η συστολή της, οι συγκυρίες φυσικά, την έβαλαν αργά στην περιπέτεια του γάμου και της μετακόμισής της σε μια άλλη πόλη, μακριά από οικογένεια και φίλους.

Όχι ιδιαίτερα κοινωνική, δωρική κι η ίδια, κλασσική στην αισθητική και εσωστρεφής, καταλαβαίνω τώρα πόσο δύσκολο τής ήταν να αφήσει τον ηλιόλουστο δρόμο με τις νερατζιές και τα νεοκλασικά για έναν δρόμο με ακακίες και νεόχτιστα διώροφα και μια πόλη με μπόλικη υγρασία και πολύ λιγότερη πολιτιστική ζωή. Τη νοσταλγία της την ένιωθα κάθε φορά που με τη χαρά παιδιού μάς έδειχνε τα σημεία τής πόλης της που αναγνώριζε μέσα από ελληνικές ταινίες και τις αναφορές σε διάσημους που είχαν υπάρξει γειτονόπουλα, συμμαθητές, πελάτες στο φούρνο του παππού μου.

Μέσα από τις αναφορές της αυτές, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την εργένικη ζωή της που έφερε μαζί της στη Θεσσαλονίκη, τη ΓΥΝΑΙΚΑ που αγόραζε ανελλιπώς, έμαθα κι εγώ να αγαπώ την Αθήνα ή πιο σωστά το κέντρο της Αθήνας, την αρχοντιά του, την κλασσική του αίγλη, την αστική του αισθητική (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοιος όρος).

Πίστευα (και πιστεύω εν μέρει) πως έχω θεμελιώδεις διαφορές με τη μαμά μου παρόλ’ αυτά, στη συμπεριφορά, στις απόψεις, στην αισθητική κλπ. Ποτέ δεν ενέκρινε το ντύσιμό μου και ήταν αντίθετη με πολλές από τις επιλογές μου. Θυμάμαι πόσο διαφωνούσαμε, παιδί ακόμα εγώ, όταν πηγαίναμε στην αγορά για να ψωνίσουμε ρούχα είτε για μένα είτε για εκείνη. Μού έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όταν ήμουν γύρω στα δέκα, πόση απογοήτευση και θυμό είχα νιώσει καθώς εκείνη επέμενε να μου αγοράσει ένα καρώ φόρεμα σε μπλε-μπορντώ αποχρώσεις ενώ εγώ ποθούσα διακαώς ένα ωραιότατο εμπριμέ σε πιο έντονα χρώματα. Εκείνη το θεωρούσε πολύ “δεύτερο”, πολύ έντονο, πολύ φλύαρο ακόμα και για ένα δεκάχρονο κορίτσι. Φυσικά αγοράσαμε το καρώ και τολμώ να πω πως τώρα κι εγώ αυτό θα διάλεγα.

Επίσης παροιμιώδης είναι η απέχθειά της για το κόκκινο χρώμα σε ρούχα ή είδη σπιτιού. Τής ήταν αδιανόητο να φορέσει ή να βάλει στο σπίτι της κάτι κόκκινο. Μια φορά είχαμε βρει ένα πολύ δροσερό (υπέφερε από τη ζέστη το καλοκαίρι) νυχτικό που τύχαινε να έχει ένα λεπτό ρέλι μπορντωκόκκινο. Μετά από πάρα πολλή πίεση και παρακάλια το αγόρασε με το ζόρι και είμαι σίγουρη πως παρόλο που το φορούσε (στο κρεβάτι και μόνο εννοείται) το έκανε με μισή καρδιά. Ακόμα και τα τελευταία χρόνια που η μνήμη, το μυαλό την είχαν προδώσει, ελάχιστα πράγματα και πρόσωπα μπορούσε να θυμηθεί και να επεξεργαστεί, κάποια φορά που της αγόρασα μια χνουδωτή μπορντώ -όχι κόκκινη!- ρόμπα για να ζεσταίνει και να αγκαλιάζει τρυφερά το πονεμένο της κορμί, όταν πήγα να της τη φορέσω διαμαρτυρήθηκε: “κόκκινη ρόμπα θα φορέσω, δεν την θέλω!!”

Μεγαλώνοντας άρχισα να υποψιάζομαι πόσο βαθιά επίδραση είχε ασκήσει η μαμά μου πάνω μου μέσα από αυτή την αισθητική της συνέπεια. Με την εμμονή της στην ποιότητα, τα πράγματα που αντέχουν στο χρόνο, το “λίγα και καλά”, τις κλασσικές φόρμες και τα διαχρονικά υλικά και την σιγουριά για το τι είναι ωραίο και αρμονικό.

Άρχισα λοιπόν να εκτιμώ και να αγαπώ τα πράγματά της, τα λίγα αλλά αυστηρά επιλεγμένα υπάρχοντά της, που το καθένα είχε πίσω του κρυμμένη μια ιστορία, εξέφραζε μια πτυχή της αλλά και έναν ολόκληρο κόσμο, μια εποχή. Άρχισα επίσης να διακρίνω πάνω μου (στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά και στις επιλογές μου) την επιρροή της, να την αποδέχομαι και να παραδίδομαι σε αυτήν με ένα κρυφό χαμόγελο.

Όταν έφυγε οριστικά μετά από χρόνια που σταδιακά έχανα ένα- ένα τα κομμάτια της, μετανιώνοντας γι όλα αυτά που δεν πρόλαβα να ρωτήσω, να πω, να ανακαλύψω, έπρεπε να αδειάσω κάποια στιγμή το σπίτι που έφτιαξε με τις αυστηρές της επιλογές, να διαλύσω έναν μικρόκοσμο γεμάτο από μαρτυρίες τού ποια είχε υπάρξει αυτή η γυναίκα, πώς είχε ζήσει στην καθημερινότητά της για 50 και παραπάνω χρόνια.

Πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο που από ιδιοσυγκρασία, από επιλογή και λόγω της ενασχόλησής του, δεν θέλει να πετάει τίποτα, ιδιαιτέρως τίποτα παλιό, προσωπικό, φορτισμένο με ιστορία και αναμνήσεις. Καθώς όμως δεν μπορούσα να τα κρατήσω όλα και μάλιστα με τρόπους που να τα τιμήσω κι όχι να τα έχω απλά στοιβαγμένα ή κλεισμένα σε κούτες, έπρεπε να επιλέξω. Πέρα από τα πράγματα λοιπόν που δεν θα άντεχα να αποχωριστώ και αρκετά ακόμα που κρατώ με μια αμηχανία, αποφάσισα να τα χαρίσω και να τα αξιοποιήσω στο Κουμπί. Χαίρομαι πολύ που τα περισσότερα χαρίστηκαν σε ανθρώπους που γνώρισα και ήρθα κοντά μέσα από το Κουμπί. Νομίζω δε, πώς αν ήξερε για το Κουμπί (ήταν πολύ άρρωστη πια όταν άνοιξε το Κουμπί για να το μάθει) θα είχε πολύ ανάμεικτα συναισθήματα για το οικονομικό ρίσκο καταρχάς και για το ότι η σπουδαγμένη και με τόσα προσόντα κόρη της διάλεξε να κάνει καφέδες. Από την άλλη πιστεύω θα ήταν κρυφά περήφανη για τη δημιουργικότητα, την τόλμη, την αυτοπεποίθηση αυτής της απρόβλεπτης κόρης της.

Σε ένα ιδιότυπο πάρτυ λοιπόν, τα κεντήματα, τα βαμβακερά, κολλαρισμένα πανωσέντονα και κατωσέντονα, τα ραμμένα από τη μοδίστρα, στην αρχαία Singer της πεθεράς της, ρούχα, οι πορσελάνες, οι κορνίζες, τα μπιμπελό και τα γκομπλέν καδράκια απλώθηκαν για να μετακομίσουν σε άλλα σπίτια, για να ξεκινήσουν νέες ζωές με νέους ιδιοκτήτες που δεν γνώρισαν ποτέ τη μαμά μου αλλά στο εξής θα έχουν ένα θραύσμα από την ύπαρξή της, από το πέρασμά της από τη ζωή. Δεν ήμουν σίγουρη πώς θα ένιωθα με όλο αυτό, αν θα μου δημιουργούσε τύψεις ή ένα αίσθημα βεβήλωσης αλλά τώρα πια μπορώ να πω με σιγουριά πως μού ζεσταίνει την καρδιά η τρυφερότητα με την οποία εκτίμησαν και υιοθέτησαν αυτά τα αντικείμενα τόσο διαφορετικοί από την μαμά μου άνθρωποι. Και νιώθω ευγνωμοσύνη και χαρά να ξέρω και να βλέπω: το μπορντώ μάλλινο φόρεμα που τις τρυπούλες του από το σκόρο επούλωσε με τόση αγάπη η Ελπίδα και τού δωσε μια δεύτερη ζωή φορώντας το με τόσο γούστο, το εκρού εμπριμέ φόρεμα που η Λίνα μεταμόρφωσε με ένα τελείως σύγχρονο στυλ, το καδράκι που συντήρησε με τόση αγάπη η Μαρία μαζί με τα άλλα πράγματα που ” έσωσε” με πόνο ψυχής, τα κρυστάλλινα κηροπήγια που βρήκαν παρέα στη συλλογή της Αριάδνης, τα ζιργκόν τραπεζάκια που γέμισαν τόσο όμορφα μια γωνιά στο σπίτι της Αγγελικής, τη λινοθήκη που έγινε βιτρίνα για μουσικά όργανα στο σπίτι του Θεοδόση, τα σεντόνια που θα στρωθούν επιτέλους και θα δροσίσουν το σώμα φίλων εκπληρώνοντας τον προορισμό τους, και τόσα άλλα πράγματα που και αδυνατώ να θυμηθώ κι ίσως θα ήταν κουραστικό να αναφέρω.

Από την άλλη τα υπέροχα σερβίτσια του τσαγιού που τόσο στεναχωριόμουν που έμεναν αναξιοποίητα στα ντουλάπια μού έδωσαν την έμπνευση για μια σειρά από συναντήσεις στο Κουμπί: Με τον τίτλο ¨Με το σερβίτσιο της μαμάς” από τον περασμένο Δεκέμβριο, οργανώνω καλέσματα δημιουργικά συνοδευμένα από ένα εκλεκτό ρόφημα (σπέσιαλ σοκολάτα, τσάι με κονιάκ κ.ά.), σερβιρισμένο στα ακόμα πιο εκλεκτά σερβίτσια της μαμάς μου. Και χαίρομαι που τόσοι άνθρωποι τα χαίρονται, τα εκτιμούν κι εγώ τα καμαρώνω. Και νομίζω πως κι η μαμά μου θα καμάρωνε και θα κολακευόταν αν και θα ντρεπόταν να το δείξει.

Γιατί μαμά, τα ωραία πράγματα είναι για να τα χαιρόμαστε και για να τα μοιραζόμαστε ακόμα κι αν φθαρούν λιγάκι, ακόμα κι αν τσακίσουν και ραγίσουν. Γιατί εκτός από τα όμορφα αντικείμενα είναι ακόμα πιο πολύτιμο να κληρονομείς όμορφες στιγμές κι αναμνήσεις συνδυασμένες με αυτά.

Το υφασμάτινο πανό στις φωτογραφίες ξεκίνησα να το φτιάχνω κάποια χρόνια πριν. Αρκετά από τα υφάσματα είναι από ρούχα της μαμάς μου ή από υφάσματα επιπλώσεων από το σπίτι μας. Το τέλειωσα πριν λίγο καιρό, ένα χρόνο μετά την απώλεια της Φραγκώς, σαν ένα μνημόσυνο, σαν την ολοκλήρωση ενός διαλογισμού που με βοήθησε σε όλη αυτή την πορεία της ασθένειάς της. Και σαν τη δημιουργική καταγραφή της συμφιλίωσης δύο κόσμων που συν-υφάνθηκαν μέσα από την αγάπη και τη φροντίδα πραγμάτων που αποκτήθηκαν με σύνεση, διατηρήθηκαν με ευλάβεια κι ομόρφυναν δυο ζωές.

Assemblage: Μια τέχνη για συλλέκτες και λάτρεις των μικρών καθημερινών πραγμάτων.

Ασαμπλάζ (assemblage) που σε ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσε να σημαίνει συναρμολόγημα, είναι στην ουσία αυτό που θα λέγαμε τρισδιάστατο κολλάζ ή μάλλον πιο σωστά ένα κολλάζ (που μπορεί να πάρει και τη μορφή γλυπτού) με τρισδιάστατα αντικείμενα (found objects) ή τμήματά τους και υλικά.

Με το assemblage έχουν ασχοληθεί πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες στο παρελθόν (Picasso, Duchamp) χωρίς φυσικά η πρόθεσή τους να είναι να φτιάξουν κάτι που συγκαταλέγεται σε αυτό το είδος τέχνης. Ένας Αμερικανός καλλιτέχνης που ταύτισε το όνομά του με το ασαμπλάζ είναι ο Joseph Cornell (1903-1972). Δεν σπούδασε ποτέ γλυπτική ή ζωγραφική, ήταν περισσότερο ένας συλλέκτης αντικειμένων και αναμνηστικών της καθημερινότητας. Στην ιστοσελίδα josephcornellbox μπορείτε να μάθετε κάποια πράγματα γι αυτόν, να βρείτε ιδέες και υλικό και μπορείτε ακόμα να στείλετε φωτογραφίες του δικού σας ασαμπλάζ για να εκτεθούν on line.

Έργα του πρωτοπόρου στο Assemblage Joseph Cornell https://bit.ly/30odqKi
Έργα του πρωτοπόρου στο Assemblage Joseph Cornell https://bit.ly/30odqKi

Φαντάζομαι πως ο βασικός λόγος που με έκανε να αγαπήσω αυτή την τέχνη είναι αυτό το κοινό χαρακτηριστικό που έχω με τον Cornell. Από μικρή συγκινούμαι, γοητεύομαι και μαζεύω τα πάντα: αναμνηστικά αποκόμματα και οικογενειακές φωτογραφίες, φθαρμένα αντικείμενα και υλικά, παλιά και ξεχασμένα, εφήμερα σκονισμένα και παραπεταμένα. Όλα όμως συνδεδεμένα με πρόσωπα, αναμνήσεις, περασμένες ζωές, παιδικές ηλικίες που το καθένα λέει μια ιστορία. Και όταν επιχειρώ να συνδυάσω κάποια από αυτά οι ιστορίες γίνονται πολλές και μαγικές. Και η εικόνα αποκτά ποιητική διάσταση και κρυμμένα μηνύματα, διαφορετικά για τον καθένα που τα βλέπει.

Με το ασαμπλάζ  μπορείς να αξιοποιήσεις και να δώσεις νέα διάσταση σε ασήμαντα ή σημαντικά μικροαντικείμενα που ασκούν πάνω σου μια απροσδιόριστη γοητεία και ίσως δεν ξέρεις κι εσύ γιατί τα κρατάς. Στα παραπάνω παραδείγματα βρήκαν μια νέα ζωή πράγματα όπως: εξαρτήματα από ένα παλιό ξυπνητήρι, μασουρίστρες και σούστες, γυάλινες μπίλιες, κομμάτια από παλιά παιχνίδια και μπιμπελό και πολλά άλλα.
Με το ασαμπλάζ μπορείς να αξιοποιήσεις και να δώσεις νέα διάσταση σε ασήμαντα ή σημαντικά μικροαντικείμενα που ασκούν πάνω σου μια απροσδιόριστη γοητεία και ίσως δεν ξέρεις κι εσύ γιατί τα κρατάς. Στα παραπάνω παραδείγματα βρήκαν μια νέα ζωή πράγματα που μάζευα καιρό όπως: εξαρτήματα από ένα παλιό ξυπνητήρι, μασουρίστρες και σούστες, γυάλινες μπίλιες, κομμάτια από παλιά παιχνίδια και μπιμπελό και πολλά άλλα.

Για να επιστρέψω σε πιο πρακτικά μονοπάτια (μπορώ να γράφω και να μιλώ ώρες για την γοητεία των trivia, paraphernalia ή των μικρών, “ασήμαντων” κι εφήμερων) το ασαμπλάζ, αν κι επειδή δεν είναι πολύ διαδεδομένο σαν όρος και σαν τέχνη φαντάζει ίσως αρχικά λίγο απροσδιόριστο και δύσκολο να το προσεγγίσεις, είναι στην πραγματικότητα πολύ βατό και κυρίως απελευθερωτικό. Κι επίσης πολύ παιχνιδιάρικο και προσωπικό.

Πάνω αριστερά:  Ένα υπέροχο αντικείμενο από χυτοσίδηρο πιθανόν καλούπι για σοκολατάκια έδωσε έμπνευση για αυτό το πανέμορφο ασαμπλάζ https://bit.ly/31MX1iG πάνω δεξιά: ένα παλιό μεταλλικό κουτί που αξιοποιείται ολόκληρο για ένα λιτό, ατμοσφαιρικό έργο που συνδυάζει φωτογραφία και κείμενο https://bit.ly/2TOXU7A  κάτω αριστερά: ένα παλιό ξυπνητήρι εκτός από τα εξαρτήματά του που έχουν πολύ ενδιαφέρον αποτελεί κι ένα πολύ ωραίο κάδρο για μια τρισδιάστατη σύνθεση https://bit.ly/2L0mEWp κάτω δεξιά: Ασαμπλάζ σε γυάλινο βάζοhttps://bit.ly/31V9f97
Πάνω αριστερά: Ένα υπέροχο αντικείμενο από χυτοσίδηρο -πιθανόν καλούπι για σοκολατάκια- έδωσε έμπνευση για αυτό το πανέμορφο ασαμπλάζ https://bit.ly/31MX1iG Πάνω δεξιά: ένα παλιό μεταλλικό κουτί που αξιοποιείται ολόκληρο για ένα λιτό, ατμοσφαιρικό έργο που συνδυάζει φωτογραφία και κείμενο https://bit.ly/2TOXU7A Κάτω αριστερά: ένα παλιό ξυπνητήρι εκτός από τα εξαρτήματά του που έχουν πολύ ενδιαφέρον αποτελεί κι ένα πολύ ωραίο κάδρο για μια τρισδιάστατη σύνθεση https://bit.ly/2L0mEWp Κάτω δεξιά: Ασαμπλάζ σε γυάλινο βάζο https://bit.ly/31V9f97

Στην ουσία ο μόνος “κανόνας” που υπάρχει είναι οι τρεις διαστάσεις. Το ασαμπλάζ είναι μια τρισδιάστατη σύνθεση. Αν φυσικά επιλέξεις η σύνθεσή σου να έχει κάποιο φόντο, αυτό μπορεί να είναι δισδιάστατο. Από κει και πέρα:

  • Χρησιμοποιείς όσα και όποια υλικά και αντικείμενα θέλεις. Μπορείς να κάνεις μια σύνθεση με 3 ή με 103 αντικείμενα.
  • Μπορείς να χρησιμοποιήσεις παλιά ή καινούρια αντικείμενα ή στοιχεία.
  • Μπορεί η τελική σου σύνθεση να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο (κορνίζα, κουτί, γυάλινο βάζο κ.ό.κ). ή να είναι ελεύθερη (σαν ένα γλυπτό) στο χώρο.
  • Μπορείς να παίξεις με το μέγεθος: το τελικό σου αποτέλεσμα μπορεί να χωράει σε ένα σπιρτόκουτο ή σε ένα συρτάρι ή μια πόρτα αν θέλεις!!
  • Μπορείς επίσης να επέμβεις στα στοιχεία που χρησιμοποιείς, κόβοντάς τα ή σπάζοντάς τα, βάφοντάς τα ή να τα χρησιμοποιήσεις αυτούσια όπως είναι.
  • Αν και συνήθως το ασαμπλάζ προορίζεται ως ένα έργο τέχνης (μη σε τρομάζουν οι ορολογίες!) ή ως κάτι διακοσμητικό, μπορείς παρόλα αυτά να του δώσεις και μια χρηστική αξία.
Συνθέσεις που δεν εντάσσονται σε κάποιο πλαίσιο αλλά αποτελούν γλυπτά φτιαγμένα όμως από διάφορα αντικείμενα.
Αριστερά: https://bit.ly/2MuVZnZ, Κέντρο: https://bit.ly/30uDiUY, δεξιά: www.etsy.com/shop/redhardwick

Ίσως ανακαλύψεις ότι σε βοηθάει να έχεις κάποιο θέμα όπως ας πούμε το Καλοκαίρι (που είναι και το θέμα της δικής μου αποστολής για τον καλοκαιρινό μαραθώνιο δημιουργικότητας 19). Ίσως πάλι όχι: Μπορεί να προτιμήσεις να δουλέψεις παίρνοντας έμπνευση από ένα ή περισσότερα αντικείμενα που απλώς θέλεις να το/τα κρατήσεις και να του(ς) δώσεις μια άλλη θέση στην καθημερινότητά σου. Όπως και να δουλέψεις, εγώ ένα πράγμα μπορώ να στο υπογράψω: στο τέλος το έργο σου θα έχει μια ιστορία να πει και σε σένα αλλά και σε όποιον το κοιτάξει λίγο προσεκτικά. Μπορείς φυσικά να του δώσεις ένα τίτλο τον οποίο να συμπεριλάβεις μάλιστα μέσα στη σύνθεσή σου με κολλάζ ή γραφή.

Τέσσερα έργα με καλοκαιρινό θέμα ή καλοκαιρινά στοιχεία. Πάνω αριστερά: https://bit.ly/2MvulqK. Πάνω δεξιά: https://bit.ly/2Z8UQJu. Κάτω αριστερά: https://etsy.me/2TRC7Mu Κάτω δεξιά: τμήμα από δικό μου ασαμπλάζ με μικρό γυαλόξυλο, αχινό, καρφιά, άμμο σε φόντο από χάρτη και χρωματιστά χαρτιά.
Τέσσερα έργα με καλοκαιρινό θέμα ή καλοκαιρινά στοιχεία. Πάνω αριστερά: https://bit.ly/2MvulqK. Πάνω δεξιά: https://bit.ly/2Z8UQJu. Κάτω αριστερά: https://etsy.me/2TRC7Mu Κάτω δεξιά: τμήμα από δικό μου ασαμπλάζ με μικρό γυαλόξυλο, αχινό, καρφιά, άμμο, σε φόντο από χάρτη και χρωματιστά χαρτιά.

Πάμε τώρα να δούμε πώς εμπνεύστηκα κι έφτιαξα εγώ το ασαμπλάζ μου με έμπνευση το Καλοκαίρι του 2019.

Διακοπές δεν έκανα ακριβώς -αν και πολύ θα το ήθελα μετά από ένα κάπως βαρύ χειμώνα. Έκανα όμως κάποιες διαδρομές για δουλειές και για να δω αγαπημένους ανθρώπους. Πήγα από λίγο, Πήλιο, Αθήνα, Βούλα, Αίγινα. Επίσης το Καλοκαίρι ή μάλλον ο Αύγουστος που το Κουμπί είναι κλειστό είναι πάντα για μένα η εποχή να ασχοληθώ με πράγματα που θέλω και δεν προλαβαίνω (όπως το ασαμπλάζ!) και να κλείσω εκκρεμότητες. Όλα αυτά με κάποιο τρόπο ήξερα πως θα βρουν τη γωνιά τους στο έργο μου.

Μια πρώτη επιλογή από αντικείμενα και στοιχεία που μού φαίνονταν ταιριαστά για το ασαμπλάζ με θέμα το Καλοκαίρι μου.
Μια πρώτη επιλογή από αντικείμενα και στοιχεία που μού φαίνονταν ταιριαστά για το ασαμπλάζ με θέμα το Καλοκαίρι μου.

Πρώτα απ΄όλα έκανα μια μικρή έρευνα στο “σεντούκι” μου. Λόγω της αγάπης μου για αυτή την τεχνική αλλά και για τα αντικείμενα, όπως είπα και πριν, έχω πολύ υλικό. Και χαίρομαι πολύ που σε τέτοιες περιπτώσεις δικαιώνομαι επειδή κρατάω πράγματα που οι στενοί φίλοι μου με μαλώνουν αλλά εγώ ξέρω ότι κάποτε θα έρθει η στιγμή που θα βρουν τον προορισμό τους όπως π.χ. αυτό το άμορφο κουβάρι κλωστής!! Ξεχώρισα λοιπόν κάποια παλιά αντικείμενα μαζί με κάποια που προέκυψαν από το φετινό Καλοκαίρι. Με βάση το σύνολο και το μέγεθος των αντικειμένων αποφάσισα να έχω σαν πλαίσιο ένα απλό χαρτονένιο κουτί 20Χ20 εκ. περίπου. Για να είναι πιο γερό και λίγο πιο βαθύ ενίσχυσα τα πλαϊνά του με λωρίδες από οντουλέ χαρτόνι που έκοψα με κοπίδι και κόλλησα με ατλακόλ από τη μέσα μεριά του κουτιού. Καθώς γνώριζα πως με την εξωτερική όψη θα ασχοληθώ συνολικά στο τέλος δεν με ένοιαξε να είναι τέλεια κομμένα και υπολογισμένα τα κομμάτια. Στην πάνω πλευρά κόλλησα ένα κομμάτι ξύλου διάτρητου που είχα βρει σε ένα κάδο σκουπιδιών και που τα σχέδιά του μου φάνηκε ότι θα δημιουργούσαν ένα ενδιαφέρον “υπόστεγο” στο κουτί μου.

Το κουτί με το ξύλινο υπόστεγο (αριστερά) και δεξιά η διαδικασία επένδυσης με τα καλοκαιρινά χαρτιά.
Το κουτί με το ξύλινο υπόστεγο (αριστερά) και δεξιά η διαδικασία επένδυσης με τα καλοκαιρινά χαρτιά.

Στη συνέχεια δούλεψα το φόντο του κουτιού. Είχα αποφασίσει ότι θα δημιουργήσω κάποια ράφια και τμήματα ώστε να μπορέσω να οργανώσω καλύτερα τα αντικείμενά μου, οπότε αφού διάλεξα κάποια ωραία χειροποίητα χαρτιά με καλοκαιρινή αίσθηση, τα κόλλησα με ελαφρώς αραιωμένη ατλακόλ στο εσωτερικό του κουτιού. Δεν με απασχόλησε να είναι τέλεια κομμένα και κολλημένα καθώς γενικά μου αρέσει η αίσθηση του παλιού και φθαρμένου. Εξάλλου η σύνθεσή μου μοιραία θα είχε μια συναισθηματική φόρτιση από το παρελθόν και συγκεκριμένα από το παρελθόν της μαμάς μου μια και οι καταστάσεις και τα μέρη που βρέθηκα με ωθούσαν εκεί. Την αίσθηση του παλιού την έκανα πιο έντονη, λερώνοντας με χρώμα κιμωλίας και με καφέ και κολλώντας άμμο, αρχικά στις γωνίες.

Δημιουργώντας διαχωριστικά και ράφια. Η διαμόρφωση του φόντου ολοκληρώνεται με το eco-printed χαρτί
Δημιουργώντας διαχωριστικά και ράφια. Η διαμόρφωση του φόντου ολοκληρώνεται με το eco-printed χαρτί στο δεξιό κάθετο τμήμα.

Τώρα έπρεπε να αποφασίσω πώς θα οργανώσω τα διαχωριστικά που θα τοποθετούσα. Για να το κάνω αυτό χρειάστηκε να κάνω έναν περιορισμό των στοιχείων που θα χρησιμοποιούσα και κάποιες πρώτες δοκιμές και συνδυασμούς. Άρχισα έτσι δειλά-δειλά να δημιουργώ κάποια διαχωριστικά. Στον κάθετο χώρο που προέκυψε δεξιά σκέφτηκα να προσθέσω για φόντο ένα κομμάτι χαρτί με eco-printing, τεχνική με την οποία ασχολείται η φίλη μου Σου την οποία επισκέφτηκα στο Πήλιο. Έχω συνηθίσει στην ιδέα ότι δεν πρέπει να “λυπάμαι” να αναιρώ ή να κρύβω πράγματα που έχω δημιουργήσει σε πρώιμο στάδιο λόγω μεταγενέστερων επιλογών και παρόλο που και το αρχικό φόντο σε αυτό το σημείο “χαραμίστηκε” και το υπέροχο eco -printed χαρτί κρύφτηκε αρκετά από τα αντικείμενα που μετέπειτα τοποθετήθηκαν, πιστεύω πως λειτουργεί όμορφα και αρκεί που ξέρω εγώ πως υπάρχει. Τα διαχωριστικά δημιουργήθηκαν από λεπτό οντουλέ χαρτόνι (αυτό της κούτας), από ξύλο μπάλσα (ιδανικό για μακέτες και χειροτεχνίες) κι ένα θαλασσόξυλο (να την και μια αναφορά σε μια από τις άλλες αποστολές του μαραθώνιου).

Το στάμπωμα είναι ένας ωραίος τρόπος για να αποκτήσουν ενδιαφέρον οι επιφάνειες αφού έχουν περαστεί με ένα πρώτο στρώμα χρώματος,
Το στάμπωμα είναι ένας ωραίος τρόπος για να αποκτήσουν ενδιαφέρον οι επιφάνειες αφού έχουν περαστεί με ένα πρώτο στρώμα χρώματος,

Τα διαχωριστικά από χαρτόνι, άλλα τα έβαψα και στάμπωσα επάνω τους με σφραγίδες άλλα τα έντυσα με κιτρινισμένο χαρτί από παλιό βιβλίο της μαμάς μου. Στο θαλασσόξυλο έγραψα με ένα ξηροπαστέλ μια φράση που άκουσα από ένα αγαπητό πρόσωπο που είχα καιρό να δω και μου εντυπώθηκε για πολλούς λόγους. Κατευθείαν γραμμένη εκεί νομίζω απέκτησε μια αμφισημία που μου αρέσει πολύ. Ανάλογα με το πλήθος και το μέγεθος των αντικειμένων θα πρέπει να διαμορφωθούν και τα τμήματα του κουτιού. Υπάρχουν περιπτώσεις που τα τμήματα είναι τελείως ισομεγέθη ή συμμετρικά, εκεί το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο μια συλλογή τοποθετημένη σε ντουλαπάκι. Εγώ επέλεξα μια πιο ασύμμετρη εκδοχή με κάθετες, οριζόντιες, διαγώνιες και με ένα παιχνίδι στα μεγέθη.

Και το παιχνίδι αρχίζει: δοκιμές σύνθεσης με τα διάφορα αντικείμενα μέχρι να βρεθούν οι καλύτεροι συνδυασμοί.
Και το παιχνίδι αρχίζει: δοκιμές σύνθεσης με τα διάφορα αντικείμενα μέχρι να βρεθούν οι καλύτεροι συνδυασμοί.

Συνέχισα με πολλές δοκιμές στην τοποθέτηση των αντικειμένων, τις οποίες φωτογράφιζα και για να θυμάμαι και για να συγκρίνω. Είναι ένα παιχνίδι πραγματικά απολαυστικό αλλά και συγκινητικό καμιά φορά: Συνδυάζεις, δοκιμάζεις και ξαφνικά μια μικρή ιστορία εμφανίζεται, ή νιώθεις πως εδώ κάτι λείπει, θυμάσαι ένα άλλο αντικείμενο που θα ταίριαζε. Σού έρχονται στο μυαλό λέξεις, εικόνες, κάνεις συνειρμούς και το κάθε στοιχείο αποκτά συμβολική σημασία, δίπλα σε κάποιο άλλο -ακόμα κι αν έχει μπει τυχαία εκεί- αποκτά νέο νόημα.

Γενικά μου αρέσει να επιλέγω αντικείμενα και στοιχεία μιας κάπως ενιαίας χρωματικής γκάμας κι αισθητικής. Ωστόσο είναι ωραίο να υπάρχουν κάποιες διαφορετικές πινελιές που σπάνε την ομοιομορφία και ξεχωρίζουν στο σύνολο. Αν είναι πολύ κραυγαλέες σαν χρώμα ή σαν υφή μπορούμε πάλι να τις “λερώσουμε” κάπως με χρώμα ή με καφέ ή τσάι (όπως έκανα με το βιβλιαράκι). Ένα κόλπο να ενοποιήσουμε οπτικά στοιχεία πολύ ανόμοια και αταίριαστα μεταξύ τους είναι να ψεκάσουμε ελαφρώς στο τέλος όλο το έργο με χρώμα. Προσοχή όμως! μπορεί να καταλήξουμε να το ισοπεδώσουμε τελείως! Γενικά πάντως τείνουμε να καλύπτουμε ανεπιθύμητες γυαλάδες σε μεμονωμένα αντικείμενα πατινάροντάς τα με διάφορους τρόπους.

Ένα αρκετά παχύ στρώμα κόλλας για να κολλήσουν τα ¨δύσκολα" στοιχεία είναι απαραίτητο.
Ένα αρκετά παχύ στρώμα κόλλας για να κολλήσουν τα ¨δύσκολα” στοιχεία είναι απαραίτητο.

Συνέχισα λοιπόν τοποθετώντας και κολλώντας αντικείμενα και στοιχεία κατά ενότητες. Δε βιάστηκα να κολλήσω πράγματα που δεν ήμουν σίγουρη. Χρησιμοποίησα ατλακόλ και matte medium που γενικά λειτουργεί όπως η ατλακόλ. Παρόλο που αργούν να στεγνώσουν με βολεύουν περισσότερο από το πιστόλι σιλικόνης γιατί δεν αφήνουν ίχνη και επιτρέπουν για κάποια ώρα να αλλάξεις γνώμη. Αν ωστόσο κρίνετε ότι σάς βολεύει πιο πολύ η σιλικόνη τολμήστε το. Χρειάζεται πάντως μια γερή κόλλα για να μπορούν να κολληθούν υλικά όπως μέταλλο, πορσελάνη πλαστικό και επιφάνειες που δεν είναι λείες και επίπεδες.

Τελευταίες χειρονομίες ήταν το κρέμασμα κάποιων στοιχείων με κλωστή και η επένδυση των σόκορων για ένα καλύτερο φινίρισμα. Για το δεύτερο χρησιμοποίησα μια στενή λωρίδα από το eco-printed χαρτί κι ένα κομμάτι κορδέλα ρικ-ρακ που παραπέμπει και σε κύμα.

Το καλοκαιρινό μου assemlage ολοκληρωμένο.
Το καλοκαιρινό μου ασαμπλάζ ολοκληρωμένο.

Δεν μπορώ να σας πω τι σημαίνει το κάθε στοιχείο της σύνθεσής μου κι από που το εμπνεύστηκα (Ακόμα και κάποια πάντως που τα έβαλα απλά επειδή μου άρεσαν ή με βόλευαν στο τέλος βρήκαν το νόημά τους και κούμπωσαν με τα υπόλοιπα). Θα σάς δώσω όμως κάποια στοιχεία έτσι για του λόγου το αληθές:

Εκτός από το χαρτί eco-printed με τη Σου φτιάξαμε και πήρα μαζί μου ένα βαζάκι ονειρεμένο lemon curd εξ΄ου και τα αποξηραμένο λεμόνι, που μπορεί να το είχα και δέκα χρόνια να βρίσκεται!

Μια πολύ ωραία ημέρα του Καλοκαιριού ήταν όταν συνδυάσαμε μπάνιο στην Επανομή και φαγητό στο Κτήμα Γεροβασιλείου -όντως οι περισσότεροι φελλοί της σύνθεσης είναι από τα κρασιά τους.

Οι δύο μύτες από πένα που επίσης έχω πολλά χρόνια παραπέμπουν στην καλλιγραφία που τσούκου-τσούκου βρήκα λίγο χρόνο να εξασκήσω αυτούς τους μήνες.

Ένα διήμερο στην Αίγινα συμβολίζεται με τα κελύφη από τα φυστίκια -μα δεν κάνουν ένα πολύ ωραίο φόντο;- με το ανθρωπάκι από σύρμα που είχε φτιάξει και μου είχε χαρίσει πριν πολλά χρόνια η φίλη που με φιλοξένησε εκεί και από τα πιόνια του σκακιού, παιχνίδι που αγαπά ιδιαίτερα ο μικρός της γιος.

Μέρος της γοητείας των ασαμπλάζ που αποτελούνται από πολλά στοιχεία είναι να τα παρατηρείς και να προσπαθείς να αποκρυπτογραφήσεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες και τις σχέσεις ανάμεσά τους.

Ένα βιβλίο πάντα με συντροφεύει τα καλοκαίρια φυσικά και μια γάτα υπάρχει πάντα στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο. Είχα δυο γάτες να με περιμένουν και να τις σκέφτομαι, δυο γάτες στο Πήλιο, 5-6 στη Βούλα κι ένα γατί που ερωτεύτηκα και βάφτισα στην Αίγινα ανάμεσα σε άλλα έξι.

Η παρουσία-απουσία της μαμάς μου ήταν διάχυτη φέτος το καλοκαίρι και εκφράστηκε με πολλά στοιχεία συμβολικά ή παραστατικά: Τα πιο έντονα: η φωτογραφία από την εφηβεία της, και το κλειδί -τι πολυσήμαντο αντικείμενο- το οποίο έπρεπε να αναζητήσω για να μπω σε ένα σπίτι που συνειδητά είχα εγκαταλείψει στην τύχη του χρόνια τώρα υπό τη φόρτιση της ασθένειάς της.

Τα υπόλοιπα είναι είτε πολύ προφανή ή πολύ προσωπικά και βαρετά ίσως για να τα περιγράψω, εξάλλου το νόημα νομίζω κατέστη σαφές!

Το αποτέλεσμα δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον έχει για έναν τρίτο, νομίζω πως τουλάχιστον αποτελεί ένα παιχνίδι παρατήρησης και ένα ενδιαφέρον εικαστικά αντικείμενο, για μένα πάντως ήταν μια διασκεδαστική, συγκινητική, γεμάτη εκπλήξεις διαδικασία που απόλαυσα.