Collage: μια “δημοκρατική” τέχνη

Since my interest in the art of collage was renewed because of the workshops held at Koumpi coffee & crafts, I have enjoyed having the time to rediscover this “democratic” art. This happens for reasons having to do with collage being an accesible to all, not frustrating form of art which bears within it the joy of discovery and play and the charm of accidental.

Το έχω ξαναπεί: αν πρέπει, σε προσωπικό επίπεδο, να ξεχωρίσω ένα θετικό που μού πρόσφερε η καραντίνα, είναι ότι μού έδωσε τη δυνατότητα να κάνω καθημερινότητα την περιπέτεια της δημιουργίας.

Μέσα σε αυτήν την περιπέτεια, αναδύθηκε μια παλιά και -εν πολλοίς- “ανεκπλήρωτη” αγάπη: το collage (κολάζ). Μια τέχνη που σε μια απλή μορφή της είχα ανακαλύψει έφηβη και είχα για χρόνια εγκαταλείψει.

Την ξαναθυμήθηκα πριν δύο χρόνια περίπου, χάρη στην Dorothee Mesander, που μάς πρόσφερε τη χαρά να οργανώνει στο Κουμπί, μια φορά το μήνα ανοιχτές συναντήσεις-workshops για το collage που σύντομα οδήγησαν στην ίδρυση του Thessaloniki Collage Club.

Δειλά – δειλά κι όσο προλάβαινα, άρχισα να δοκιμάζω τις δυνάμεις μου και να ξαναβρίσκω τη χαρά της τόσο “δημοκρατικής” αυτής τέχνης, προσδιορισμό που θα εξηγήσω παρακάτω.

Δεν είμαι ειδική για να αναλύσω την αξία ή το ενδιαφέρον της τέχνης του κολάζ στην εικαστική του διάσταση, θέλω μόνο να καταθέσω την προσωπική μου εμπειρία και να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους νιώθω γοητευμένη από αυτήν.

Λόγος 1ος: Η “απελευθερωτική” δύναμη το κολάζ: όλοι θέλουμε κάποιες στιγμές να εκφραστούμε μέσα από την εικόνα. Η φυσική, ενστικτώδης τάση που έχουμε από παιδιά μάς οδηγεί αρχικά στη ζωγραφική, μεγαλώνοντας όμως, πολύ συχνά, ο αυστηρός κριτής που διαμορφώνεται μέσα μας για πολλούς λόγους, που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν, μάς λέει πως για να εκφραζόμαστε μέσω της ζωγραφικής πρέπει να ξέρουμε να ζωγραφίζουμε “καλά”, ακολουθώντας κανόνες προοπτικής, αναλογίες, να γνωρίζουμε τη θεωρία των χρωμάτων, το φως και τη σκιά. Κι εκεί κάπου εγώ το έχασα το τρένο της ζωγραφικής.

Έχει και το κολάζ φυσικά τους κανόνες του στη σύνθεση, τους συνδυασμούς χρωμάτων και σε άλλα, όμως όσο να πεις είναι πιο εύκολο να κάνεις την αρχή, διαλέγοντας εικόνες κι όχι παράγοντάς τις η ίδια, να το δεις σαν παιχνίδι και στην πορεία να βρεις το δρόμο σου.

Λόγος 2ος: Η μαγεία της εξερεύνησης! Το κολάζ είναι μια μεγάλη περιπέτεια καθώς η αναζήτηση του υλικού του μπορεί να γίνει συναρπαστική. Για να φτάσεις να διαθέτεις ένα πλούσιο υλικό από το οποίο να μπορείς να εμπνέεσαι και να βρίσκεις ανάμεσά του κάθε φορά την εικόνα ή το στοιχείο που χρειάζεσαι, απαιτείται μια διαρκής επαγρύπνηση αλλά και ώρες αναζήτησης σε περιοδικά, βιβλία, συσκευασίες, παλαιοβιβλιοπωλεία, οικογενειακές φωτογραφίες και αρχεία, διάφορα ephemera και ο κατάλογος συνεχίζεται… Η αλήθεια είναι πως αν μπεις στην περιπέτεια του κολάζ το ένα σου μάτι είναι πάντα στραμμένο στην αναζήτηση υλικού, όλα πλέον τα βλέπεις κάτω από αυτό το πρίσμα και μερικές φορές η κοπιαστική και αγωνιώδης αναζήτηση αυτού του συγκεκριμένου κομματιού από χαρτί, που είναι το ιδανικό για τη σύνθεσή σου, σού προσφέρει τεράστια ικανοποίηση και χαρά όταν στεφθεί με επιτυχία.

Λόγος 3ος: Η αφοπλιστική γοητεία του τυχαίου: Όσο σημαντικό ρόλο παίζει η συστηματική και μεθοδική αναζήτηση υλικού άλλη τόση σημασία έχει η παρέμβαση της τύχης στην τέχνη του κολάζ. Μερικές φορές, οι καλύτεροι συνδυασμοί, εικαστικά και νοηματικά, μπορεί να δημιουργηθούν από δύο κομμάτια χαρτιού που έτυχε να βρεθούν το ένα δίπλα ή πάνω στο άλλο στο τραπέζι που δουλεύεις. Ή ακόμα, το σχήμα ενός χαρτιού που προέκυψε από το ψαλίδισμα ή το σκίσιμό του να έρθει να συνδυαστεί ιδανικά μ΄ ένα άλλο σημείο της σύνθεσής σου… Τι όμορφη, θριαμβευτική στιγμή!

“Μυστικές συζητήσεις μια χειμωνιάτικη μέρα” Αναλογικό κολάζ με χαρτιά από περιοδικά, φυλλάδιο μουσείου, σημειώσεις από οικογενειακό αρχείο, παλιά εγκυκλοπαίδεια και χρησιμοποιημένο φακελάκι τσαγιού με στάμπα.

Για παράδειγμα στο κολάζ με τίτλο “Μυστικές συζητήσεις μια χειμωνιάτικη μέρα” έκοψα από μια φωτογραφία που απεικόνιζε το εργαστήριο του γλύπτη Alberto Giacometti την εικόνα του ξύλινου ντουλαπιού του. Χωρίς να το πολυσκεφτώ ενώ έκοβα συμπεριέλαβα στο κομμάτι αυτό το στοιχείο των τυλιγμένων ρολών χαρτιού που φαίνονται να ακουμπάνε στην κορυφή του επίπλου. Σε τελείως διαφορετική χρονική στιγμή είχα απομονώσει τις φιγούρες που απεικονίζονταν σε μια φωτογραφία έργου του D. G. Rossetti. Έτσι προέκυψε η γυναικεία φιγούρα με ψαλιδισμένη μια καμπύλη κάτω από το χέρι της εκεί που ο ζωγράφος είχε τοποθετήσει το κεφάλι μια άλλης φιγούρας (που απεικονίζεται κάτω δεξιά). Όταν θέλησα να συνδυάσω τα δύο αυτά στοιχεία στο ίδιο κολάζ με ενθουσιασμό και έκπληξη είδα πως η καμπύλη αυτή “κούμπωνε” τέλεια γύρω από το ρολό του χαρτιού δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι η γυναίκα του Rosseti έχει παραμάσχαλα κάποια σχέδια του Giacometti!

Λόγος 4ος: Η χαρά του παιχνιδιού: Με το παράδειγμα που έδωσα παραπάνω φαίνεται νομίζω πώς το κολάζ μπορεί να είναι ένα πραγματικό παιχνίδι χωρίς καθόλου να μειώνει την καλλιτεχνική του αξία. Κι όπως τα πιο όμορφα παιχνίδια που παίζαμε παιδιά, να έχει τα μυστικά του. Μυστικά που μπορεί ποτέ να μη φανερωθούν στον θεατή γιατί έχουν να κάνουν με προσωπικές επιλογές και “συνομιλίες” μέσα στο έργο που δημιουργείς ή που λειτουργούν σαν γρίφοι για τον θεατή. Ένα τέτοιο παιχνίδι στο παραπάνω έργο είναι η συνομιλία δύο καλλιτεχνών από διαφορετική εποχή που συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα.

Για το δημιουργό του κολάζ το κάθε κομματάκι χαρτιού μπορεί να έχει έναν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης στη σύνθεσή του μπορεί και όχι! Οι συνδυασμοί που επιλέγει, επίσης. Η ιστορία που προσπαθεί να πει είτε είναι λιγότερο ή περισσότερο προσωπική είτε διαθέτει έναν ευρύτερο συμβολισμό και μήνυμα, μπορεί να δοθεί με χιούμορ, με συγκίνηση ή με θυμό. Και είναι ένα παιχνίδι όλο αυτό γιατί η παραμικρή παρέμβαση, αλλαγή, μετακίνηση μπορεί να μεταμορφώσει το τελικό αποτέλεσμα.

Ένα παιχνίδι που επίσης συμβαίνει συχνά είναι το δίλημμα των πολλών επιλογών που μπορεί να προκύψουν συνδυάζοντας με διαφορετικό τρόπο κάποια στοιχεία. Έτσι στα παραδείγματα που ακολουθούν η κόκκινη μπανιέρα θα μπορούσε να αποκαλύπτει συνεχώς διαφορετικά πράγματα και η τηλεόραση στο μικροαστικό καθιστικό να αιφνιδιάζει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους τις δύο αμέριμνες κυρίες.

Παίζοντας με παραλλαγές των ίδιων εικόνων: Το κοριτσάκι με την τσαγιέρα μεταφέρεται από την τηλεόραση στη μπανιέρα, η μπανιέρα αλλάζει περιεχόμενο, και η τηλεόραση επίσης (Αναλογικά κολάζ με φωτογραφίες και χαρτί από περιοδικά)

Τέλος, έναυσμα και έμπνευση για να ξεκινήσεις ένα κολάζ μπορούν να αποτελέσουν πολλά στοιχεία παιχνιδιού όπως ανακάλυψα και στις συναντήσεις του Thessaloniki Collage Club με την καθοδήγηση της Dorothe. Η δέσμευση, ας πούμε, να δουλέψεις με συγκεκριμένο αριθμό κομματιών (2 ή 3), η πρόκληση να ξεκινήσεις από ένα στοιχείο που θα σου δώσει κάποιος άλλος, το συνεργατικό κολάζ, το decollage, το ομαδικό κολάζ, και φυσικά τα διάφορα challenges και αφιερώματα που διοργανώνονται από πολλές κολλεκτίβες κολάζ ανά τον κόσμο και που χάριν στο ίντερνετ είναι προσβάσιμα και ανοιχτά σε όλους.

Λόγος 5ος: Η “δημοκρατική” διάσταση του κολάζ: Για όλους τους παραπάνω λόγους και για έναν ακόμα τουλάχιστον, θεωρώ πως το κολάζ είναι μια δημοκρατική τέχνη που μπορεί να δοκιμάσει ο καθένας αρκεί να το θέλει και να τον ενδιαφέρει: Από τεχνικής άποψης απαιτεί τα ελάχιστα: χαρτί, κόλλα και ψαλίδι (κι αυτό το τελευταίο δεν είναι πάντα απαραίτητο). Όπως ανέφερα και παραπάνω δεν απαιτούνται ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις για να πειραματιστείς και να ανακαλύψεις τους κώδικές του στην πορεία. Γιατί, να μην παρεξηγηθώ: Το ότι το κολάζ είναι μια τέχνη προσιτή στον καθένα δε σημαίνει ότι σαν τέχνη είναι εύκολη. Ούτε σημαίνει πως μπορεί το κάθε κολάζ να θεωρηθεί ένα έργο τέχνης με εικαστική αξία. Η δημιουργία μιας δυνατής εικαστικά αλλά και νοηματικά εικόνας μέσω του κολάζ δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και απαιτεί εμπειρία, ευαισθησία, καλλιτεχνική ωριμότητα.

Είναι όμως μια εκφραστική, σύγχρονη γλώσσα που μπορεί ο καθένας να μιλήσει και μέσω αυτής να επικοινωνήσει και με άλλους, αυτό για μένα είναι το σημαντικό. Ένας τρόπος να εκφράσεις συναισθήματα, να στείλεις ένα μήνυμα, να πεις μια ιστορία, ένα παιχνίδι ανάμεσα στο τυχαίο και την χειρονομία, την απομόνωση και το πάντρεμα!

Παραλλάσσοντας λοιπόν το παιδικό παιχνίδι… “Κόλλα – Ψαλίδι – χαρτί”!!

Σημείωση 1η: Ο λόγος που στο κείμενο αυτό συμπεριλαμβάνω μόνο εικόνες από δικά μου κολάζ δεν είναι από κάποια υπερφίαλη διάθεση ή επειδή θεωρώ τη δουλειά μου τόσο σημαντική. Είναι επειδή, όπως είπα, εδώ παραθέτω την προσωπική μου εμπειρία και σχέση με το αντικείμενο . Αν το κείμενο αυτό φιλοδοξούσε να αποτελέσει ένα έγκριτο ακαδημαϊκό σχόλιο και όχι μια προσωπική καταγραφή τότε θα είχα φροντίσει να συμπεριλάβω εικόνες από έργα τέχνης αναγνωρισμένων λιγότερο ή περισσότερο καλλιτεχνών.

Σημείωση 2η: όπως κάθε τέχνη έτσι και το κολάζ δεν γνωρίζει όρια και εξελίσσεται συνεχώς μέσα από τους πειραματισμούς και το δημιουργικό διάλογο των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτό. Η αναφορά μου στο κείμενο αυτό περιορίστηκε καθαρά για λόγους οικονομίας στην πιο κλασσική διάσταση του αναλογικού κολάζ που γίνεται κυρίως με χαρτί, ψαλίδι και κόλλα. Αυτό διόλου σημαίνει πως αγνοώ ή υποτιμώ άλλες πτυχές του όπως, το ψηφιακό (digital), το mixed media collage, το assemblage (στο οποίο εξάλλου έχω αφιερώσει προηγούμενο κείμενο).

Σημείωση 3η: Βασικό κίνητρο αυτού του κειμένου είναι να παρακινήσω και άλλους να δοκιμάσουν να ασχοληθούν με το κολάζ. Φυσικά όταν επαναλειτουργήσει το Κουμπί και ξαναρχίσουμε τις συναντήσεις του Thessaloniki Collage Club θα είναι, όποιος το επιθυμεί, ευπρόσδεκτος να παρευρεθεί. Μέχρι τότε μπορείτε να παρακολουθείτε τη διαδικτυακή δραστηριότητα της ομάδας μέσα από τη σελίδα της στο Instagram αλλά και να ανακαλύψετε άλλες ομάδες και ανθρώπους που ασχολούνται με πάθος και με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα με το κολάζ. Το Instagram, to Pinterest, γενικά το ίντερνετ έχει αμέτρητα παραδείγματα.

Κάποιες ενδεικτικές διευθύνσεις είναι οι εξής:

http://kolajmagazine.com/content/

Edinburgh Collage Collective και στο Instagram

The kanyer art collection

The Collage garden

The Collage Club

Collage Artwork

Femme Collage

oltrecollage

Καφές σε πλαστικό vs καφές σε πορσελάνινο φλυτζάνι παλιό

Όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ είχα δηλώσει πώς θα ασχολούμαι κυρίως με 3 πράγματα με το τρίτο να είναι η τελετουργία του καφέ και των λοιπών ροφημάτων και φυσικά των συμπαρομαρτούντων αυτών!!

Και τώρα που λόγω των καταστάσεων τα ωραία ροφήματα του Κουμπιού δεν μπορώ να σάς τα προσφέρω, ίσως ήρθε η ώρα να μιλήσω γι’ αυτά. Αλλά πριν θέλω να δηλώσω κάτι: αν και “καφετζού” είμαι απερίφραστα κατά του καφέ στο χέρι. Όχι τόσο του καφέ πακέτο εν γένει, (ειδικά αν εφαρμόζεις την σώφρονα -από πολλές απόψεις- συνήθεια και φέρνεις το δικό σου κυπελάκι) που τον παίρνεις για να τον καταναλώσεις στο γραφείο σου ή έστω στο αυτοκίνητό σου πηγαίνοντας στη δουλειά ή μια άλλη πρωινή διαδρομή. Είμαι κατά του ροφήματος (ειδικά αν είναι ζεστό) που το πίνεις περπατώντας, βιαστικά μέσα σε ένα χάρτινο ή φελιζολένιο ποτήρι, ρουφώντας μέσα από μια τρυπούλα που ενίοτε δεν αρκεί για να αποφύγεις τα ατυχήματα.

Την σχεδόν “απόλυτη” αυτή μου θέση τη βασίζω σε τρεις λόγους:

Όταν εκατοντάδες ανά τον κόσμο βιομηχανικοί designers και ειδικοί του καφέ έχουν αφιερώσει ώρες ολόκληρες, ημέρες και εβδομάδες για να ανακαλύψουν τις άριστες αναλογίες πάχους, σχήματος, μεγέθους για να φτιάξουν το ιδανικό φλυτζάνι που θα διατηρήσει τη θερμοκρασία και τα αρώματα του καφέ σου, ε, δείξε λίγο σεβασμό! Όταν επίσης η τεχνολογία των μηχανών espresso εξελίσσεται συνεχώς για να εκχυλίσει το τέλειο αποτέλεσμα στο φλυτζάνι σου, αλλά και όταν η απλή παρασκευή ενός ελληνικού με την εμμονή στη λεπτομέρεια και την παράδοση ανάγεται σε επιστήμη, δεν είναι κρίμα το αποτέλεσμα τόσης αγάπης και φροντίδας να χύνεται αδέξια σε ένα χάρτινο ή ακόμα χειρότερα συνθετικό “δοχείο” που δεν είναι ικανό να φροντίσει το πολύτιμο υγρό που προορίζεται να αναζωογονήσει το σώμα και το μυαλό σου; Μπορεί να συγκριθεί η αίσθηση στο στόμα μιας ζεστής, λείας, ανθεκτικής πορσελάνης με ένα κομμάτι επεξεργασμένου χαρτιού ή φελιζόλ όπου τα αρώματα και η γεύση του καφέ μπερδεύονται με τις χημικές ουσίες με τις οποίες το έχουν επεξεργαστεί; για να μην πω για τις αμέτρητες φορές που από τη βιασύνη η όποια απόλαυση της πόσης χάνεται άδοξα από καψίματα της γλώσσας, από σπρωξίματα και σταξίματα ή ολέθρια αδειάσματα και λεκιάσματα!

Η τοποθέτηση των φλυτζανιών πάνω στην καφετιέρα εκτός του ότι είναι βολική προσθέτει και στην ποιότητα του ροφήματος καθώς τα διατηρεί ζεστά κι έτσι το ρόφημα δεν κρυώνει γρήγορα.

Γιατί όλα τα παραπάνω τραγελαφικά και αρκούντως εκνευριστικά θα αποφεύγονταν αν κατανοούσαμε πώς η κατανάλωση ενός ροφήματος είναι πολύ παραπάνω από απλή κατανάλωση. Είναι -όπως έχουν πει πολλοί και ειδικότεροι πριν από μένα- τελετουργία. Δεν ξέρω αν συμπαθείτε τους Βρετανούς (εγώ δηλώνω με παρρησία θαυμάστρια της βρετανικής κουλτούρας) αλλά όταν μια ολόκληρη αυτοκρατορία εδώ και αιώνες παραλύει κάθε μέρα στις 5 μετά μεσημβρίαν για να ανακατέψει με το κουταλάκι ένα σκούρο υγρό στις περίφημες αγγλικές πορσελάνες της, δεν ξέρω, μπορεί εκεί να βρίσκεται και το μυστικό της επικράτησής της!

Δεν αστειεύομαι! πέρα από την πραγματική επίδραση του καφέ ή του τσαγιού και των λοιπών ροφημάτων στον οργανισμό που ανάλογα με τις ιδιότητές τους είτε μας διεγείρουν σώμα και νου είτε μάς κατευνάζουν και μάς ηρεμούν, και ή ίδια η διαδικασία, αν γίνει σωστά κι όχι βιαστικά στο πόδι, έχει τη σημασία της. Σηματοδοτεί είτε το παραγωγικό ξεκίνημα της μέρας μας όπου με τη βοήθεια των συγκεκριμένων κινήσεων, όπου όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν, οργανώνουμε την καθημερινή μας δράση ή την αναγκαία παύση κατά τη διάρκεια της μέρας για να ανασυνταχθούμε, να ρίξουμε λίγο τους ρυθμούς και να γεμίσουμε ξανά μπαταρίες. Και δεν είναι μόνο με τη διοχέτευση του μαγικού υγρού στον οργανισμό μας και τις πολύτιμες ιδιότητές του που το καταφέρνουμε αυτό: Η αίσθηση ότι δίνουμε αυτό το χρόνο στον εαυτό μας, η διαλογιστική αξία των επαναλαμβανόμενών κινήσεων, ο ομορφιά του σερβίτσιου, οι ήχοι, τα αρώματα, το αγκάλιασμα της ζεστής κούπας, ο ευωδιαστός ατμός που ζεσταίνει το πρόσωπο καθώς πλησιάζουμε για την πρώτη γουλιά κι αυτή η αγαλλίαση, η απόλαυση της πρώτης γουλιάς… είναι συχνά οι στιγμές που συνειδητοποιείς ότι η ζωή είναι ωραία!

Τα τενεκεδένια κουτιά εκτός του ότι είναι πολύ όμορφα αισθητικά προστατεύουν το περιεχόμενο από τις αλλοιώσεις που μπορεί να προκαλέσει το φως.


Ο τρίτος λόγος που ο καφές στο χέρι και στο πόδι με βρίσκει αντίθετη είναι ότι τον βρίσκω αντικοινωνικό. Η παράδοση του καφέ, στην Ελλάδα τουλάχιστον, τον θέλει με παρέα, να είναι αφορμή για συνεύρεση, για κουβέντα, για μοίρασμα. Κι όλα αυτά δεν θέλουν βιασύνη, θέλουν καρέκλες και τραπέζι στη μέση να ακουμπήσουν πάνω όλα τα φλιτζανάκια κι οι κούπες, και το πιατάκι με τα κουλουράκια ή το κέηκ (απαραίτητο αξεσουάρ!!) . Προσπαθώντας να ταυτιστούμε με τους πολυάσχολους, επιτυχημένους Νεοϋορκέζους που τρέχουν όλη μέρα με ένα σακίδιο και ένα πλαστικό καφέ στους δρόμους του Μανχάταν κι ενίοτε συναντούν τον έρωτά της ζωής τους λούζοντάς τον -by accident- με τον καφέ αυτό, χαθήκαμε κάπου στη μετάφραση, νομίζω.


Κι αν τέλος μας νοιάζει λίγο τι βάζουμε μέσα μας, από εμπειρία θα πω πως, όταν αγοράζουμε βιαστικά έναν “οικονομικό” καφέ, βιαστικά και οικονομικά θα μας τον φτιάξουν επίσης.

Κακάο στην πορσελάνη της μαμάς σερβιρισμένο μετά τη μεσημεριανή σιέστα στον καναπέ. Το γλυκάκι απαραίτητο αν το κακάο το πίνετε πικρούτσικο!


Όλα αυτά προς σκέψιν για όταν με το καλό οι συνθήκες θα μας επιτρέψουν να ξαναβρεθούμε καθισμένοι στα όμορφα καφέ, να πιούμε παρέα το αγαπημένο μας ρόφημα. Μέχρι τότε να την κάνουμε την ιεροτελεστία στο σπίτι μας. Να βγάλουμε την πορσελάνη της μαμάς, την ιταλική βίντατζ μακινέτα ή την εσπρεσσιέρα κόσμημα που τόσο λαχταρούσαμε να αποκτήσουμε, το μπακιρένιο μπρίκι, την μαντεμένια τσαγιέρα, να φτιάξουμε κι ένα κέηκ, ν΄ ανάψουμε τα κεριά μας και να χαρίσουμε στον εαυτό μας μόνοι ή με παρέα το δώρο τού να νιώθουμε ευγνώμονες γι’ αυτά που έχουμε.

Και τέλος θα κλείσω με μια συνταγή: Μια συνταγή ενός από τα πιο ευπώλητα ροφήματά μας στο Κουμπί, το “κακάο Κουμπί”. Το κακάο είναι μια πολύ καλή εναλλακτική του καφέ, αν θέλετε να τον αποφύγετε για κάποιο λόγο, και μια λιγότερο επιβαρυντική θερμιδικά εναλλακτική της σοκολάτας. Είναι δε και ευεργετικό για τον οργανισμό με αντιοξειδωτικές και άλλες ιδιότητες. Το κακάο Κουμπί προέκυψε από τη διάθεση να κάνω αυτό το ρόφημα ακόμα πιο ξεχωριστό!

Υλικά

  • μια κούπα μικρή νερό (φλυτζάνι του διπλού ελληνικού, ας πούμε, όχι πολύ μεγάλη κούπα)
  • 2 κ. γλ. γεματούτσικα κακάο σε σκόνη
  • 1-2 κ. γλ. ζαχαρούχο γάλα ή εβαπορέ
  • ξύσμα πορτοκαλιού
  • κανέλα σε σκόνη

Εκτέλεση

Βάζουμε ένα μπρίκι με νερό στη φωτιά και περιμένουμε να γίνει λίγο χλιαρό για να διαλυθεί το κακάο πιο εύκολα όταν το ρίξουμε. Αφού το ρίξουμε, ανακατεύουμε καλά μέχρι να διαλυθούν τελείως οι σβώλοι που έχει την τάση να δημιουργεί το κακάο. Πασπαλίζουμε με λίγη κανέλα και ξύσμα πορτοκαλιού. Ψήνουμε και περιμένουμε μέχρι να αρχίσει να φουσκώνει οπότε και το αποσύρουμε άμεσα από τη φωτιά (όπως με τον ελληνικό-προσοχή όμως φουσκώνει πολύ πιο γρήγορα!) Ρίχνουμε το κακάο στο φλυτζάνι όπου ήδη έχουμε βάλει το ζαχαρούχο ή εάν θέλουμε να είναι τελείως άγλυκο, το εβαπορέ. Στην περίπτωση του ζαχαρούχου ανακατεύουμε καλά για να διαλυθεί και να ομογενοποιηθεί με το κακάο. Πασπαλίζουμε με ακόμα λίγη κανέλα και ξύσμα πορτοκαλιού και απολαμβάνουμε!

*Προτιμούμε συμπυκνωμένο γάλα για πιο γεμάτη γεύση. Το κακάο είναι αρκετά πικρό οπότε αν δεν το έχετε συνηθίσει τελείως σκέτο θα σάς πρότεινα το ζαχαρούχο έστω και σε μικρή ποσότητα (δεν θα καταστραφούμε με μια κουταλίτσα που και πού!).

Kάποιος να μας προσέχει

Άγγελοι φτιαγμένοι με αγάπη- εμπνευσμένοι από τους “πραγματικούς αγγέλους”

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο επίκαιρο αλλά και “απαραίτητο” αυτή τη στιγμή από τους Αγγέλους. Κι όταν λέω αγγέλους εννοώ κάτι ευρύτερο από τη θρησκευτική έννοια του όρου. Εννοώ αυτή την καθησυχαστική, θεραπευτική αίσθηση ότι υπάρχει κάποιος ή κάτι, έστω, αδιόρατο ή αδιευκρίνιστο που μας προσέχει, που μας φυλάει από το κακό, που είναι εκεί μόνο για εμάς, τις πιο σκοτεινές, τις πιο δύσκολες στιγμές εκεί που το θάρρος και η αισιοδοξία μάς εγκαταλείπει.

Σύμβολο φροντίδας αλλά και χριστουγεννιάτικο σύμβολο επίσης, ήταν λογικό εν μέσω αυτής της πρωτόγνωρης περιπέτειας που ζούμε μέχρι και τώρα- να στραφώ στην ιδέα των αγγέλων σαν θέμα δημιουργίας αυτή την περίοδο.

Από την προηγούμενη καραντίνα είχα καταπιαστεί να δουλεύω με ένα υπέροχο για μένα αντικείμενο: τις παλιές, ξύλινες σφραγίδες. Το σχήμα τους και το υλικό τους με οδήγησαν στο να τις μεταμορφώσω σε φιγούρες, λιτές, θεατρικές και λίγο “τσακισμένες”.

Αυτές τις μέρες που πάλι έχω το Κουμπί μόνο για τον εαυτό μου, επέστρεψα στις υπέροχες ξύλινες σφραγίδες και δουλεύοντάς τις άρχισαν να ξεπηδούν άγγελοι, όχι λαμπεροί με ταφτάδες, μετάξια και βελούδα ούτε με πολύ γκλίτερ και χρυσόσκονη. Ίσως επειδή αυτά τα Χριστούγεννα εκτός από τη χαρμόσυνη είδηση φέρνουν καθημερινά και ειδήσεις δύσκολες για τα αυτιά και την ψυχή μας. Κι ίσως επειδή φέτος είναι επιφορτισμένοι με δύσκολα καθήκοντα.

Η δημιουργία, όταν γίνεται με ηρεμία και χρόνο, όχι αγχωμένα και μηχανικά, είναι μια διαλογιστική εμπειρία. Κι επειδή, όπως έχω ξαναπεί μού αρέσει να δουλεύω με υλικά κι αντικείμενα παλιά και χρησιμοποιημένα ακόμα και χαρισμένα, πάντα δημιουργώντας σκέφτομαι πολύ γύρω από αυτά τα αντικείμενα, τις προηγούμενες ζωές τους, τους ανθρώπους στους οποίους ανήκαν.

Φτιάχνοντας λοιπόν τους αγγέλους μου συνειδητοποίησα πως τη δημιουργία τους την οφείλω σε πολλούς ανθρώπους που χωρίς να το ξέρουν συνέβαλαν σε αυτή τη διαδικασία. Στη Λιάνα που μου χάρισε -ανάμεσα σε πολλά άλλα μικροπράγματα που η οικογένειά της μάζευε ευλαβικά μέσα στα χρόνια- μια σακουλίτσα με παλιές σφραγίδες από την οικογενειακή επιχείρηση και πολλά τακτοποιημένα και οργανωμένα κατά χρώμα κουμπάκια. Στην Κριστίνα που λίγο καιρό πριν μου έδειξε το “μυστικό” του free quilting με το οποίο δούλεψα τα φτερά και το μπούστο, τη Σου , τη δασκάλα μου στο eco printing, τεχνική από την οποία προέκυψε το χαρτί που είναι φτιαγμένο το φόρεμα του ενός αγγέλου, την άλλη Χριστίνα από την οποία είδα το μυστικό της επένδυσης των φύλλων από σύρμα. Κι αν πάω πιο μακριά, την έμπνευση και τη δημιουργία αυτή (και όχι μόνο αυτή φυσικά) την οφείλω βέβαια σε όλους τους ανθρώπους που με δίδαξαν και που συνεργάστηκα μαζί τους ακόμα κι αυτούς τους αμέτρητους και άγνωστους που παρακολουθώ και θαυμάζω τη δουλειά τους στο ίντερνετ.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι λιγότερο ή περισσότερο είναι οι δικοί μου άγγελοι της δημιουργικότητάς. Κι όπου δημιουργικότητα βλέπε: ψυχική ανάταση και ηρεμία, ικανοποίηση και χαρά, ταξίδεμα κι άπλωμα της φαντασίας, συγκίνηση και μοίρασμα. Το αγνοούν ίσως, δεν το επεδίωξαν, αλλά αυτό δε μειώνει την αξία τους.

Η ζωή όσο δύσκολη κι αν είναι πάντα φέρνει στο δρόμο μας “αγγέλους” που με την διακριτική παρουσία τους, με την καθησυχαστική τους αύρα απαντούν στην ανάγκη που έχουμε όλοι συχνά στην καθημερινότητά μας:

Kάποιος να μάς προσέχει*.

*Ο τίτλος “Κάποιος να μας (με) προσέχει” είναι μετάφραση του τίτλου “Someone to watch over me”, τραγουδιού που γράφτηκε από τους George & Ira Gershwin. Υπάρχουν φυσικά πολλές εκτελέσεις, εδώ αφήνω μία του Frank Sinatra.

These challenging times, as a different Christmas time approaches, working alone at my workshop, I turned again to a favourite object: old wooden stamps. This time, the assemblage figures I did before took the form of angels. Not the glamorous type maby, as my angels are made from old materials, used and worn, often given to me by people I have met during these last years. As I was creating these figures and meditating around them an idea came to me, that these people and a lot more who have taught me and inspired me over the years are my angels, the ones that protect my creativity and keep it going. Because even if they do not know it they are always there and even if we do not always realise it we always long for…

someone to watch over us…

Μαμάδες και κόρες, μια ακόμα ιστορία μέσα από πορσελάνες, λινά και παλιές φωτογραφίες

Οι κανόνες της γραμματικής ορίζουν η λέξη “Απώλεια” να γράφεται με -ω-. Ένα φωνήεν μακρό στη μέση της λέξης αυτής όπως μακρά είναι η διαδρομή που πρέπει να διανύσεις όταν απολέσεις κάποιον.

Μετά τα αρχικό σοκ που σε σαστίζει, σε βάζει σε μια καινούρια, ανεπιθύμητη πραγματικότητα, εκεί που νιώθεις πως έχεις αρχίσει να συνηθίζεις στην καθημερινότητα μείον το ένα αυτό πρόσωπο που έχεις χάσει, εκεί η απώλεια σού δείχνει πως είναι μακρύς ο δρόμος. Γιατί κάποιοι άνθρωποι είτε προϋπάρχουν της δικής μας ύπαρξης είτε τους συναντούμε κάποια στιγμή στην ζωή μας, καταλήγουν να είναι συνυφασμένοι με το εγώ μας. Μας καθορίζουν με τρόπους που δεν συνειδητοποιούμε πάντα, κομμάτια δικά τους μπλέκουν με δικά μας στοιχεία κι αποκαλύπτονται αιφνιδιαστικά σε μας και τους γύρω μας σαν τις καθοριστικές πινελιές που βάζει ένας ζωγράφος σ΄έναν πίνακα και του δίνει επιτέλους την αίσθηση του ολοκληρωμένου έργου.

Για πολλά χρόνια πίστευα με σθένος ότι δεν ταίριαζα με τη μαμά μου στον χαρακτήρα. Το έλεγαν και τα ζώδια! Εκείνη, γεννημένη και μεγαλωμένη σ΄ένα αστικό περιβάλλον, παιδί κι έφηβη στην διάρκεια της Κατοχής και νεαρή γυναίκα στην μεταπολεμική Αθήνα. Η τέταρτη κόρη ενός Ανδριώτη, δωρικού, αυστηρού στην όψη αλλά τρυφερού στην καρδιά πατέρα και μιας “γλυκιάς” μητέρας που μαγείρευε και τραγουδούσε μεγαλώνοντας πέντε παιδιά στα Εξάρχεια, σε δύο δωμάτια και μια κουζινούλα σκαρφαλωμένα στο λόφο του Στρέφη.

Μεγαλωμένη με αρκετή ελευθερία κινήσεων λόγω ίσως και του αστικού αυτού περιβάλλοντος, δεν πιέστηκε να παντρευτεί νωρίς. Η επιβεβλημένη αξιοπρέπεια, η συστολή της, οι συγκυρίες φυσικά, την έβαλαν αργά στην περιπέτεια του γάμου και της μετακόμισής της σε μια άλλη πόλη, μακριά από οικογένεια και φίλους.

Όχι ιδιαίτερα κοινωνική, δωρική κι η ίδια, κλασσική στην αισθητική και εσωστρεφής, καταλαβαίνω τώρα πόσο δύσκολο τής ήταν να αφήσει τον ηλιόλουστο δρόμο με τις νερατζιές και τα νεοκλασικά για έναν δρόμο με ακακίες και νεόχτιστα διώροφα και μια πόλη με μπόλικη υγρασία και πολύ λιγότερη πολιτιστική ζωή. Τη νοσταλγία της την ένιωθα κάθε φορά που με τη χαρά παιδιού μάς έδειχνε τα σημεία τής πόλης της που αναγνώριζε μέσα από ελληνικές ταινίες και τις αναφορές σε διάσημους που είχαν υπάρξει γειτονόπουλα, συμμαθητές, πελάτες στο φούρνο του παππού μου.

Μέσα από τις αναφορές της αυτές, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την εργένικη ζωή της που έφερε μαζί της στη Θεσσαλονίκη, τη ΓΥΝΑΙΚΑ που αγόραζε ανελλιπώς, έμαθα κι εγώ να αγαπώ την Αθήνα ή πιο σωστά το κέντρο της Αθήνας, την αρχοντιά του, την κλασσική του αίγλη, την αστική του αισθητική (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοιος όρος).

Πίστευα (και πιστεύω εν μέρει) πως έχω θεμελιώδεις διαφορές με τη μαμά μου παρόλ’ αυτά, στη συμπεριφορά, στις απόψεις, στην αισθητική κλπ. Ποτέ δεν ενέκρινε το ντύσιμό μου και ήταν αντίθετη με πολλές από τις επιλογές μου. Θυμάμαι πόσο διαφωνούσαμε, παιδί ακόμα εγώ, όταν πηγαίναμε στην αγορά για να ψωνίσουμε ρούχα είτε για μένα είτε για εκείνη. Μού έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όταν ήμουν γύρω στα δέκα, πόση απογοήτευση και θυμό είχα νιώσει καθώς εκείνη επέμενε να μου αγοράσει ένα καρώ φόρεμα σε μπλε-μπορντώ αποχρώσεις ενώ εγώ ποθούσα διακαώς ένα ωραιότατο εμπριμέ σε πιο έντονα χρώματα. Εκείνη το θεωρούσε πολύ “δεύτερο”, πολύ έντονο, πολύ φλύαρο ακόμα και για ένα δεκάχρονο κορίτσι. Φυσικά αγοράσαμε το καρώ και τολμώ να πω πως τώρα κι εγώ αυτό θα διάλεγα.

Επίσης παροιμιώδης είναι η απέχθειά της για το κόκκινο χρώμα σε ρούχα ή είδη σπιτιού. Τής ήταν αδιανόητο να φορέσει ή να βάλει στο σπίτι της κάτι κόκκινο. Μια φορά είχαμε βρει ένα πολύ δροσερό (υπέφερε από τη ζέστη το καλοκαίρι) νυχτικό που τύχαινε να έχει ένα λεπτό ρέλι μπορντωκόκκινο. Μετά από πάρα πολλή πίεση και παρακάλια το αγόρασε με το ζόρι και είμαι σίγουρη πως παρόλο που το φορούσε (στο κρεβάτι και μόνο εννοείται) το έκανε με μισή καρδιά. Ακόμα και τα τελευταία χρόνια που η μνήμη, το μυαλό την είχαν προδώσει, ελάχιστα πράγματα και πρόσωπα μπορούσε να θυμηθεί και να επεξεργαστεί, κάποια φορά που της αγόρασα μια χνουδωτή μπορντώ -όχι κόκκινη!- ρόμπα για να ζεσταίνει και να αγκαλιάζει τρυφερά το πονεμένο της κορμί, όταν πήγα να της τη φορέσω διαμαρτυρήθηκε: “κόκκινη ρόμπα θα φορέσω, δεν την θέλω!!”

Μεγαλώνοντας άρχισα να υποψιάζομαι πόσο βαθιά επίδραση είχε ασκήσει η μαμά μου πάνω μου μέσα από αυτή την αισθητική της συνέπεια. Με την εμμονή της στην ποιότητα, τα πράγματα που αντέχουν στο χρόνο, το “λίγα και καλά”, τις κλασσικές φόρμες και τα διαχρονικά υλικά και την σιγουριά για το τι είναι ωραίο και αρμονικό.

Άρχισα λοιπόν να εκτιμώ και να αγαπώ τα πράγματά της, τα λίγα αλλά αυστηρά επιλεγμένα υπάρχοντά της, που το καθένα είχε πίσω του κρυμμένη μια ιστορία, εξέφραζε μια πτυχή της αλλά και έναν ολόκληρο κόσμο, μια εποχή. Άρχισα επίσης να διακρίνω πάνω μου (στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά και στις επιλογές μου) την επιρροή της, να την αποδέχομαι και να παραδίδομαι σε αυτήν με ένα κρυφό χαμόγελο.

Όταν έφυγε οριστικά μετά από χρόνια που σταδιακά έχανα ένα- ένα τα κομμάτια της, μετανιώνοντας γι όλα αυτά που δεν πρόλαβα να ρωτήσω, να πω, να ανακαλύψω, έπρεπε να αδειάσω κάποια στιγμή το σπίτι που έφτιαξε με τις αυστηρές της επιλογές, να διαλύσω έναν μικρόκοσμο γεμάτο από μαρτυρίες τού ποια είχε υπάρξει αυτή η γυναίκα, πώς είχε ζήσει στην καθημερινότητά της για 50 και παραπάνω χρόνια.

Πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο που από ιδιοσυγκρασία, από επιλογή και λόγω της ενασχόλησής του, δεν θέλει να πετάει τίποτα, ιδιαιτέρως τίποτα παλιό, προσωπικό, φορτισμένο με ιστορία και αναμνήσεις. Καθώς όμως δεν μπορούσα να τα κρατήσω όλα και μάλιστα με τρόπους που να τα τιμήσω κι όχι να τα έχω απλά στοιβαγμένα ή κλεισμένα σε κούτες, έπρεπε να επιλέξω. Πέρα από τα πράγματα λοιπόν που δεν θα άντεχα να αποχωριστώ και αρκετά ακόμα που κρατώ με μια αμηχανία, αποφάσισα να τα χαρίσω και να τα αξιοποιήσω στο Κουμπί. Χαίρομαι πολύ που τα περισσότερα χαρίστηκαν σε ανθρώπους που γνώρισα και ήρθα κοντά μέσα από το Κουμπί. Νομίζω δε, πώς αν ήξερε για το Κουμπί (ήταν πολύ άρρωστη πια όταν άνοιξε το Κουμπί για να το μάθει) θα είχε πολύ ανάμεικτα συναισθήματα για το οικονομικό ρίσκο καταρχάς και για το ότι η σπουδαγμένη και με τόσα προσόντα κόρη της διάλεξε να κάνει καφέδες. Από την άλλη πιστεύω θα ήταν κρυφά περήφανη για τη δημιουργικότητα, την τόλμη, την αυτοπεποίθηση αυτής της απρόβλεπτης κόρης της.

Σε ένα ιδιότυπο πάρτυ λοιπόν, τα κεντήματα, τα βαμβακερά, κολλαρισμένα πανωσέντονα και κατωσέντονα, τα ραμμένα από τη μοδίστρα, στην αρχαία Singer της πεθεράς της, ρούχα, οι πορσελάνες, οι κορνίζες, τα μπιμπελό και τα γκομπλέν καδράκια απλώθηκαν για να μετακομίσουν σε άλλα σπίτια, για να ξεκινήσουν νέες ζωές με νέους ιδιοκτήτες που δεν γνώρισαν ποτέ τη μαμά μου αλλά στο εξής θα έχουν ένα θραύσμα από την ύπαρξή της, από το πέρασμά της από τη ζωή. Δεν ήμουν σίγουρη πώς θα ένιωθα με όλο αυτό, αν θα μου δημιουργούσε τύψεις ή ένα αίσθημα βεβήλωσης αλλά τώρα πια μπορώ να πω με σιγουριά πως μού ζεσταίνει την καρδιά η τρυφερότητα με την οποία εκτίμησαν και υιοθέτησαν αυτά τα αντικείμενα τόσο διαφορετικοί από την μαμά μου άνθρωποι. Και νιώθω ευγνωμοσύνη και χαρά να ξέρω και να βλέπω: το μπορντώ μάλλινο φόρεμα που τις τρυπούλες του από το σκόρο επούλωσε με τόση αγάπη η Ελπίδα και τού δωσε μια δεύτερη ζωή φορώντας το με τόσο γούστο, το εκρού εμπριμέ φόρεμα που η Λίνα μεταμόρφωσε με ένα τελείως σύγχρονο στυλ, το καδράκι που συντήρησε με τόση αγάπη η Μαρία μαζί με τα άλλα πράγματα που ” έσωσε” με πόνο ψυχής, τα κρυστάλλινα κηροπήγια που βρήκαν παρέα στη συλλογή της Αριάδνης, τα ζιργκόν τραπεζάκια που γέμισαν τόσο όμορφα μια γωνιά στο σπίτι της Αγγελικής, τη λινοθήκη που έγινε βιτρίνα για μουσικά όργανα στο σπίτι του Θεοδόση, τα σεντόνια που θα στρωθούν επιτέλους και θα δροσίσουν το σώμα φίλων εκπληρώνοντας τον προορισμό τους, και τόσα άλλα πράγματα που και αδυνατώ να θυμηθώ κι ίσως θα ήταν κουραστικό να αναφέρω.

Από την άλλη τα υπέροχα σερβίτσια του τσαγιού που τόσο στεναχωριόμουν που έμεναν αναξιοποίητα στα ντουλάπια μού έδωσαν την έμπνευση για μια σειρά από συναντήσεις στο Κουμπί: Με τον τίτλο ¨Με το σερβίτσιο της μαμάς” από τον περασμένο Δεκέμβριο, οργανώνω καλέσματα δημιουργικά συνοδευμένα από ένα εκλεκτό ρόφημα (σπέσιαλ σοκολάτα, τσάι με κονιάκ κ.ά.), σερβιρισμένο στα ακόμα πιο εκλεκτά σερβίτσια της μαμάς μου. Και χαίρομαι που τόσοι άνθρωποι τα χαίρονται, τα εκτιμούν κι εγώ τα καμαρώνω. Και νομίζω πως κι η μαμά μου θα καμάρωνε και θα κολακευόταν αν και θα ντρεπόταν να το δείξει.

Γιατί μαμά, τα ωραία πράγματα είναι για να τα χαιρόμαστε και για να τα μοιραζόμαστε ακόμα κι αν φθαρούν λιγάκι, ακόμα κι αν τσακίσουν και ραγίσουν. Γιατί εκτός από τα όμορφα αντικείμενα είναι ακόμα πιο πολύτιμο να κληρονομείς όμορφες στιγμές κι αναμνήσεις συνδυασμένες με αυτά.

Το υφασμάτινο πανό στις φωτογραφίες ξεκίνησα να το φτιάχνω κάποια χρόνια πριν. Αρκετά από τα υφάσματα είναι από ρούχα της μαμάς μου ή από υφάσματα επιπλώσεων από το σπίτι μας. Το τέλειωσα πριν λίγο καιρό, ένα χρόνο μετά την απώλεια της Φραγκώς, σαν ένα μνημόσυνο, σαν την ολοκλήρωση ενός διαλογισμού που με βοήθησε σε όλη αυτή την πορεία της ασθένειάς της. Και σαν τη δημιουργική καταγραφή της συμφιλίωσης δύο κόσμων που συν-υφάνθηκαν μέσα από την αγάπη και τη φροντίδα πραγμάτων που αποκτήθηκαν με σύνεση, διατηρήθηκαν με ευλάβεια κι ομόρφυναν δυο ζωές.